Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Ποίημα

Σπηρούνισε το φτερωτό βουβάλι
και στα ουράνια χύθηκε μ’ ορμή
με το καναπουτσάρ του στη μασχάλη
και τη Μουλίν να του φωνάζει «Μη»!
Τριγύρω του πετούσαν Τσαλντεάνοι
και ρίχναν σπιθονάκια φονικά
Μα το καναπουτσάρ του φλόγες βγάνει
και όλους τους βαρβάρους τους νικά
Τον δέχτηκε ο Τσινγκ αυτοπροσώπως
«Σε θέλω στο Συμβούλιο του Ντιν»
«Μεγαλειότατε, χαμένος κόπος,
αλλά ευχαριστώ πολύ δια την τιμήν»
«Το μέγεθος, παιδί μου, δεν μετράει
για όποιον ξέρει να το κουμαντάρ’»
Μα κείνον πάντα θα τον τυραννάει
που του ’λαχε μικρό καναπουτσάρ…

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Ροβιόλης και Ζωντανίνα

Στην οδό Γραφημώνος, κατοικεί ο Ροβιόλης,
που όλοι ξέρουν πως έχει λουμπέσα πολλά.
Τη Ζωντανίνα γυναίκα (εξώλης-προώλης),
αγαπούσε εκείνος – κι αυτή τα λεφτά.
Διακοπές είχαν πάει, προς το Παπουνάνε,
τ’ ωραίο το πύο του βυθού για να δουν.
Δυο μπλε –στην ακτή- φαρίδες περνάνε,
ντρουμου-ντρουμ, τα βραχιόλια φοράν της Βροντούμ.
Στων Θεών το νταμάρι, πικρό σουαχίλι,
κακιά Φαλακρίνα, στης Νιόσης το φως.
Πιο –μοιάζει- ρομάντζα, ως πέφτει το δείλι
στη Ρύθμη Σισίχου, στα κάτω ο ρυθμός.
Μια μέρα είχαν φτάσει ως τις Κολμυρίδες,
του Προέδρου Ταμέλη να δούνε τη γη.
Γενναίους αντικρύσαν πολλούς Τωντονίδες,
με το σπιθονάκι βαθιά στο κορμί.
Μα κάποτε μόνος ξυπνάει ο Ροβιόλης,
και η Ζωντανίνα, το ραμόνι κι αυτή.
Στα δρομαλιώτικα ψάχνει τα στέκια της πόλης,
μα κείνη έχει φύγει, ψηλά στο Χαπί.
Και φτάνει σε λίγο, το γράμμα του νόμου
Περιμενοδίκης να δώσει σκυφτός.
Τα χώραφα τώρα μοιράζουν κι επ’ ώμου
το βιολί κουβαλάει κι όλο πάει μοναχός.
Στην οδό Γραφημώνος – επικίνδυνο μέρος –
για να ζήσει ο Ριοβιόλης τα ροβίχια πουλά.
Και περνούνε τα χρόνια, κι όλο γίνεται γέρος,
γέρο-Δήμο τον λέγαν, μες τη γειτονιά.

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Νομανσλάνδη

Η Μουλίν έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρό της. Που να βρισκόνταν άραγε ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο λόρδος Κράουν; Πότε θα επέστρεφαν από το συμβούλιο του Ντίν; Κανείς δεν είχε νεά τους εδώ και μέρες. Κυκλοφορούσαν φήμες στη Νομανσλάνδη ότι οι Τσαλντεάνοι του αυτοκράτορα Τσινγκ τους είχαν στήσει ενέδρα στο δρόμο για την Απωνία και τους κρατούσαν τώρα ομήρους σε κάποια μαύρη τρύπα. Όχι, όχι, σκέφτηκε η Μουλίν, το Φτερωτό Βουβάλι ήταν εξοπλισμένο με την τελευταια τεχνολογία απόκρυψης κι ο Πράβο Γιάζντι ο ικανότερος πιλότος της Νομανσλάνδης, το καμάρι της σχολής Ρεντ Άι.
Με μια κίνηση του χεριού της το παράθυρο έκλεισε και τα ρολά κατέβηκαν. «Τσέτσνια!», φώναξε επιτακτικά. Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς το ρομπότ βγήκε από τον ύπνο του. «Ο Τσέτσνια πειρμένει τις οδηγίες σας, μεγάλη αρχόντισσα Μουλίν», αντήχησε μεταλλική η φωνή του. «Γράμματα, Τσέτσνια, γράμματα! Η Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν δεν έχει λάβει νέα από τους απεσταλμένους της Νομανσλάνδης και παρακαλεί όπως κλπκλπ, οι διαγαλαξιακές συνθήκες προστατέυουν την ελέυθερη μετακίνηση των αποστολών κλπκλπ ξέρεις εσύ. Στείλτο στον Ντιντάτσε, στον Ρεβινστίνκτ και στον αυτοκράτορα.» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν ανησυχητικά. «Στον στρατηγό Ρεβινστίνκτ, μεγάλη αρχόντισσα;» «Κυρίως σε αυτό το παλιοτόμαρο, δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει με τους Τσαλντεάνους του! Υπάρχουν κι οι διαγαλαξιακές συνθήκες!» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς τα μηνύματα ετοιμάζονταν. «Κα με΄τα ειδοποίησε τον Τεν Μπακς να έρθει αμέσως εδώ, μόνο ένας άμυαλος ροψοκίνδυνος σαν αυτόν μπορέι να αναλάβει να τους βρει».
Η Μουλίν έπεσε εξουθενωμένη σε μια πολυθρόνα. Το βλέμμα της πλανήθηκε στο καναπουτσάρ του πρίγκιπα Ρήτζεντ που κρεμόταν στον τοίχο. Το ιστορικό αυτό καναπουτσάρ το είχε δωρίσει ο μεγάλος εξερευνητής και θεμελιωτης της αποικίας τους, ο Σκοτ Πόλαρ, στον προ-προ-προ παπού του πρίγκιπα. Κι ο Ρήτζεντ το είχε καταθέσει στα πόδια της Μουλίν πριν φύγει για την αποστολή στην Απωνία, ζητώντας το χέρι της, όπως ήταν το έθιμο στη Νομανσλάνδη. Η Μουλίν αναστέναξε. Δεν ήξερε ο Ρήτζεντ ότι το καναπουτσάρ του Κάουαρτ Ρομπερτ Φορντ, του χαμένου σκηνοθέτη, βρισκόταν κι αυτό στην κατοχή της μεγάλης αρχόντισσας;
………………
Σε μια σπηλιά πέρα από τους Υδρογονανθρακούς ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο Λόρδος Κράουν οδηγούνταν αλυσοδεμένοι σε άλλο κελλί. «Και του το είπα του Γιάζντι ότι σαν πολύ περιεργο ηταν που δεν έιχαμε κίνηση στον διαστημοδιάδρομο, δε με άκουσε, όχι, λέει, κόβουμε τουλάχιστον 20 παρσέκ από δω» μουρμούριζε.
«Ρήτζεντ, πάντα ήσουνα κουραμπιές» σκέφτηκε ο Κράουν, «ήσουν το ρεζίλι του στρατευματος. Ελπίζω η ανηψιά μου να λογικευτεί και να μη γίνουμε συγγενείς. Κακόμοιρε Γιάζντι, τόσο νεος, τόσο παράτολμος! Και σου’τυχε επιβάτης ο Ρήτζεντ».
Η πόρτα του κελλιού έκλεισε πίσω τους. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, φέρανε κι άλλους!», ακούστηκε μια φωνή από το βαθος. Μόλις τα μάτια τους συνήθισαν στο σκοτάδι είδαν ότι μίλησε ένας άντρας κρυμμένος πίσω από ένα βουνό μαλλιά και γένια. «Φορντ, Κάουαρντ Ρόμπερτ Φόρντ», τους συστηθηκε.
«Ο χαμένος σκηνοθέτης;» αναφώνησε ο Ρήτζεντ. «Είμαι μεγάλος θαυμαστής του έργου σας, ειδικά το ντοκυμανταίρ που γυρίσατε για τη Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν! Άψογο! Παρεμπιπτόντως, πρίγκηψ Ρήτζεντ κι από δω ο Λόρδος Κράουν».
«Πώς βρεθηκατε εδώ, σκηνοθέτα;» ρώτησε ο Κραουν. Ένας λυγμός ακούστηκε στο βάθος του κελλιού.
«Μη δίνετε σημασία, είναι ο Μποχεμιάν ο συνθέτης. Δεν άρεσε στον αυτοκράτορα μια σύνθεσή του και τον έριξε στη φυλακή. Αλλά να σας συστησω και την υπόλοιπή παρέα. Ο κύριος Άρσον», είπε δυνατά «επικίνδυνος, να τον προσέχετε», ψιθύρησε. «Υπάρχει κι ο Κλιν Σέβαν, αλλά αυτόν πότε τον βλέπουμε πότε δεν τον βλεπουμε, είναι λένε μισός Νομανσλανδός μισός Άπωνας, γι’αυτό.»
«Ναι, γνωρίζω το φαινόμενο» έιπε ο Κραουν. «Αλλά πείτε μου κύριε Φορντ, υπάρχει κανένας τροπος να φύγουμε από δω; Ή έστω, να επικοινωνήσουμε με τον έξω κόσμο;»
Ο Άρσον που στο μεταξύ είχε πλησιάσει και περιεργαζόταν την ολογραφική στολή του Ρίτζεντ ξέσπασε σε υστερικά γέλια. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, αυτοί οι καινούργιοι έχουν πολλή πλάκα», σχολίασε. «Ειδικά αυτός εδώ ο φλούφλης», είπε αναφερόμενος στον πρίγκιπα. Ο Ρήτζεντ έκανε μια κίνηση να βγάλει το καναπουτσάρ του και να καλέσει σε μονομαχία τον αναιδή Άρσον, αλλά θυμήθηκε ότι δεν είχε πλεόν όπλο και ντροπιασμένος αποσύρθηκε σε μια γωνία.
«Μη δίνετε σημασία στον πρίγκιπα, είναι πάντα με το καναπουτσάρ έτοιμο για καβγά. Θα του περάσει. Στο μεταξύ, ας ρίσουμε μια ματιά στο κελλί…»
Όσο ο Κραουν κι οι άλλοι μίλαγαν για διακτινισμούς και μαγνητικά πεδία που εμπόδιζαν τη διαφυγή, ο Ρήτζεντ καθισμένος σε μια γωνιά έκλαιγε και σκεφτόταν τη Μουλίν του και το καναπουτσαρ του, κρεμασμένο στον τοίχο της. Θυμόταν επίσης ότι κάποτε είχε δει ένα καναπουτσάρ με τα αρχικά ΚΡΦ σκαλισμένα στο θηκάρι του αλλα΄δε θυμόταν που…



«Πολυχρονεμένη Μεγάλη Αρχόντισσα…»
«Ας αφήσουμε τις επισημότητες Τεν», είπε η Μουλίν. «Βλέπω ήρθες με παρέα», έδειξε τον ηλιοκαμένο άντρα που περίμενε δίπλα στην είσοδο. Την προσοχή της τράβηξε ο μανδύας του άγνωστου, γεμάτος κεντημένα χρυσά ραμόνια καθώς και το ολογραφικό σαρίκι του. Απέπνεε μια κομψότητα όλο εξωτiκή επιτήδευση που σπάνια έβρισκες στα μέρη της Νομανσλάνδης.
«Ο Μουσλίμ Μπράδεργουντ, παιδικός φίλος από το σχολείο», εξήγησε ο Τεν Μπακς. «Και εκπρόσωπος των Ροβιολιστών στη Νομανσλάνδη».
«Γνωριζόμαστε», είπε χαμογελώντας ο Μουσλίμ. «Είχαμε γνωριστεί στο ετησιο κυνήγι του ραμονιού που οργανώνει η βασίλισσα των Σπέιντς».
«Μα τον Ερμή Τρισμεζίστ! Κύριε Μπράδεργουντ δεν σας αναγνώρισα χωρίς τη στολή βουβαλασίας! Ελάτε, ελάτε κι εσείς να ακούσετε το πρόβλημά μας. Ίσως μπορείτε να βοηθήσετε στο σχέδιό μας»
……………………………………………………
Στη φυλακή ο λόρδος Κράουν βλαστημούσε την ατυχία του. Πώς να καταστρώσει απόδραση με έναν επιπόλαιο σκηνοθέτη, έναν μουσικό μισοτρελλαμένο από το φόβο του, έναν εμπρηστή, τον Ρήτζεντ το ρεζίλι του συντάγματος και τον ημιαόρατο άνθρωπο, που ακόμα δεν είχαν καταφέρει να δουν;
Στο βάθος του κελλιού ο Ρήτζεντ αναστέναζε βαριά για τη μοίρα του και τραγουδούσε ένα παλιό σουξέ της Νομανσλάνδης, συνθεση του Μποχεμιάν που ακούγοντάς το ξέσπασε σε ηχηρούς λυγμούς:
Αι βουβαλάκι πετάς, κύκλους κάνεις γελάς, μεθυσμένο
Αι βουβαλάκι ι πετάς, πες μου πότε θα ‘ρθείς, περιμένω
Ο πρίγκιπας Ρητζεντ δεν άντεχε να ακούει άλλο το κλάμα του Μποχεμιάν κι άρχισε να ψιθυρίζει ένα εμβατήριο απο τα χρόνια της διαγαλαξιακής στρατιωτικής σχολής
Να βγάλω το καναπουτσάρ, να πολεμάω
Στα Υδρογονανθρακί σιμά και στη Λιμέρα πλάι
Να πετσοκόβω Τσαλντεάνους
Και Ταγιστές και Παπουνάνους
Στης Ζωντανίνας τα βουνά
Στάχτη θα γίνεις Άπωνα.
Ο Λόρδος Κράουν άρχισε να σκέφτεται την αυτοκτονία σαν μια κάποια λύση.

Η Οροσειρά των Υδρογονανθρακών

Εκτείνεται κατά μήκος των (δεν αποφάσισα ακομα: νοτιο ή βορειο)δυτικών συνόρων της χώρας με την εχθρική Απονία και αποτελείται από εκατόν δέκα επτά όρη, λόφους και λοφίσκους. Η πλειονότης των πετρωμάτων είναι χρώματος ροζ, ακόμα και τα δάση της οροσειράς αποτελούνται από κουτσουπιές, οι οποίες έχουν ροζ άνθη κατά την περίοδο της ανθοφορίας τους. (Σ.τ.Σ. Οποιος έχει περάσει από το Μπράλο θα έχει δει παρόμοια δέντρα).
Στην οροσειρά αυτή υπάρχουν ένα σωρό χωριά και χωριουδάκια, όπου χορεύεται ο χορός “τουρμπόν με πορτοκάλι” ως εξής: οι χορευτές, ντυμένοι στα ροζ, χορεύουν αντικρυστά και πετούν ο ένας στον άλλον πορτοκάλια. (Σ.τ.Σ. Τα πορτοκάλια τα φέρνουν από την παραθαλάσσια πόλη Βνουράπ, φημισμένη για τα επεριδοειδή της).
Οι κάτοικοι των χωριών των Υδρογονανθρακών δεν έχουν τίποτα να καλλιεργήσουν, δεδομένου του άγονου εδάφους, όπου μόνον κουτσουπιές ευδοκιμούν. Κερδίζουν όμως πρά ταύτα ένα σοβαρό εισόδημα από τις εξαγωγές πρες-παπιέ από ροζ πέτρωμα, δηλαδή, οι κάτοικοι είναι καλλιτέχνες, γλύπτες ως επί το πλείστον.
Ο κύριος Κρισέικς γεννήθηκε και ανδρώθηκε στο χωριό που βρίσκεται στο ύψος της διάστιξης (μου διαφεύγει το όνομά του) και κατέβηκε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Βνουράπ όταν ήδη είχε εμποτιστεί με τη λατρεία του ροζ, οπότε, διατηρεί τις συνήθειες της ιδιαίτερης πατρίδας του όσον αφορά το ντύσιμο και τη διατροφή του: Φοράει πάντα ροζ κουστούμια και γραββάτες και τρέφεται με ροζ σολωμό, αστακομακαρονάδες και γαριδοσαλάτες, καθώς επίσης λατρεύει τα αυγά ποσέ με ροζ σάλτσα, το ροζ μαλλί της γριάς και τα πτι-φουρ με ροζ γλάσσο. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για εκκεντρικότητα αλλά για απλή διατήρηση των παραδόσεων του τόπου του.
Οι Υδρογονανθρακοί είναι ένα πανόραμα όταν χαράζει η αυγή, όπου γίνονται ολορόδινοι. Εκεί άλλωστε βασίζεται η τουριστική ανάπτυξη, με το ρεύμα των τουριστών να κατακλύζει τις πλαγιές κάθε πρωί με την αυγούλα. Ακόμα και Άπονες έρχονται με φωτογραφικές μηχανές και βιντεοκάμερες να απαθανατίσουν το εκτυφλωτικό θέαμα. Η εξαγωγή καρτ-ποστάλ φέρνει επίσης ένα καλό εισόδημα στην περιοχή, η οποία αρνήθηκε να υποταχθεί στα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα και να ενταχθεί στον Καλλικράτη μαζί με τμήμα της ενδοχώρας, του και “ψωρονομανσλάνη” καλούμενου.

Γλωσσάρι

Απονία = γειτονική εχθρική χώρα, όπου κατοικούν οι άπονες
Άρσον = συνήθης ύποπτος (παλιοτόμαρο, αλλά ασύλληπτο)
Ατσίδες με τα μπλε = συνομοσπονδία χορωδών συνοριοφυλάκων, δεν αφήνουν να περάσει κουνούπι, τραγουδούν απαίσια και δεν πλησιάζει κανείς τα σύνορα
Γκράαλ = προστάτης άγιος της Στρατιάς (σαν την Αγία Βαρβάρα στο περίπου)
Δούξ του Ελλινγκτον = Αγέννητος Ανύπαρκτος, σαν τον Κλιν Σέβαν
Επίδαυρος Λιμέρα = αρχαίος πολιτιστικός τόπος
Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ = διάσημος σκηνοθέτης (ρεπερτόριο: γουέστερν κυρίως, αλλα και αστυνομικά)
Καναπουτσάρ = το απόλυτο όπλο. Κάθε πολίτης λαβαίνει ένα δικαιωματικά, διότι η στρατιωτική θητεία είναι ισόβια. Υπάρχει και το ομώνυμο ακρωτήριο Καναπουτσάρ, όπου γίνονται οι μηνιαίες σχετικές δοκιμές για την αποτελεσματικότητά του. Φορτίζεται με την ενεργειακή ύλη “μεγάλη ανέχεια”.
Κλιν Σέβαν = μάλλον φάντασμα, επειδή σκοτώθηκε πριν γεννηθεί, τριγυρνά τις νύχτες ξαφνιάζει (με διάφορους τρόπους) τους φιλήσυχους νομανσλανδιανούς. Αν ζούσε, θα ήταν ωραίος.
Κοιλάδα του Χρόνου = υπεροχη τοποθεσια, όπου γινονται όμως φοβερες κατολισθησεις
Κρισέικς = λίαν εκκεντρικός κύριος, λάτρης του ροζ χρώματος –εδω θυμηθηκα τη Σίρλεϋ Μακλέην στο φιλμ “η κυρία και οι άνδρες της”, όπου είχε παντρευτεί ένα λάτρη του ροζ που πέθανε εξαιτίας της μανίας του αυτής. Δύτη ακούς;
Λεβόν Μποχεμιάν = συνθέτης/μαέστρος
Λόρδος Κράουν = αξιωματικός επίσης/γενναίος (ίσως και πρεσβευτής)
Μόδο = τουριστικο παραλιακο χωριο με ομώνυμο καστρο
Μουλίν = κυρία της υψηλής κοινωνίας (ίσως εθελοντρια, μπορεί και πρόεδρος ΜΚΟ)
Μούντινγκ = ευρωβουλευτής (τον προτιμώ βαρώνο)
Μπασέν ντε Λαντρ = αξιωματικός/ιππότης/ευεργέτης/λεφτάς
Νομανσλάνδη = χώρα, κάπου στην Ενωμένη Ευρώπη
Ντιντάτσε = άγιος και σοφός, Πατέρας της εκκλησίας (σαν τον άγιο Βασίλη στο περίπου)
Πάρε πέντε = συμφωνικο εργο του εθνικου συνθετη Λεβόν Μποχεμιάν
Πράβο Γιάζντι = υπουργός μεταφορών και επικοινωνιών, πρώην νταλικιέρης
Ρεβινστίνκτ = αξιωματικός επίσης, ή και (κατά Κορνήλιο) σοφός καθηγητής, υπερασπιστής των αδυνάτων
Ρεντ Άι = αερομεταφορέας (εθνικος, μαλλον)
Ρήτζεντ = πρίγκιπας, υψηλόβαθμο στέλεχος της πολιτικής και στρατιωτικής σκηνής
σεναριο βαζελίνης = μαγικό ίαμα εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης που χρησιμοποιεί ο σκηνοθετης Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ για να εμπνέεται
Σκοτ Πόλαρ = Ινστιτούτο Ερευνών, δωρά του ομώνυμου μεγάλου ευεργέτη της χώρας (πιθανότατα δίνει τα ετήσια βραβεία Πόλαρ)
Στρατιά των Ανύπαρχτων = στρατός, υπερασπιστής της Νομανσλάνδης
Συμβούλιο του Ντιν = συμβούλιο/κυβέρνηση
Ταγιστές = Τάγμα Μοναχών Της Ημέρας (φρέσκοι μοναχοί, πριν φυτρώσουν τα γένια τους)
Τάλατ Μπλεντ = πρωταθλητής στο σκάκι
Τεν Μπακς = κάου-μπόυ/σερίφης/ντετέκτιβ (ατρόμητος πάντως)
Τσαλντεάνοι = κλίκα ευγενών/καπιτάλες
Τσέτσνια = στρατιώτης με βαθμό δεκανέα (ισως και παρακρατικός)
Τσινγκ ο 1ος = αυτοκράτορας
Υδρογονανθρακοί = οροσειρά στα βόρεια σύνορα της χώρας
Φλωρεντίνη Αηδών = εθνική ντίβα (μετέφερα τον τόνο μια συλλαβή πιο πάνω, το βρίσκω πειστικότερο ως όνομα. Θα μπορούσε να είναι και Αηδόνα Φλωρεντινού)
Φτερωτοί Βούβαλοι = προστατευόμενο είδος, ζώο που θα είχε εξαφανιστεί αν δεν το πρόσεχαν οι νονμανσλανδιανοί. Κάθε κάτοικος έχει και το φτερωτό βουβάλι του.

Αχ, Νομανσλάνδη

Στη θρυλική την Απονία
βγαίνουν τα στρείδια κάθε βράδυ,
ανοίγουν διάπλατα σαν άστρα
μόλις πλακώνει το σκοτάδι
και τραγουδούν σκαρφαλωμένα σε συκιές
του Μποχαμιάν τις μουσικές
Τρίζουν τα σύνορα της χώρας,
η Νομανσλάνδη αναστενάζει,
φοβάται μη τυχόν της κλέψουν
το ντέφι, το βιολί, το σάζι
Για να γλιτώσει μπαγλαμάδες και σιτάρ
τροχίζει τα καναπουτσάρ

Μα να, επιτέλους ξημερώνει,
το αύριο έρχεται τρεχάτο
ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ γυρίζει
κι ο Λόρδος Κράουν πάει στο ΝΑΤΟ
Μαύρα τα βλέπει, να πλησιάζουν τα κολχόζ,
μα ο Κρισέικς τα βλέπει ροζ
Στο θόλο του Σκοτ Πόλαρ στέκει
μπάστακας φτερωτό βουβάλι
ο Ρεβινστίνκτ τό ‘χει παρκάρει
αντικανονικά και πάλι
Η αυγή χαράζει στους Υδρογονανθρακούς
το στράτευμα τρώει κουσκούς
Οι Τσαλντεάνοι τρώνε κρέας,
λουκάνικα, ζαμπόν, φιλέτα
σνομπάρουνε τον Τσινγκ τον πρώτο
που σαλαμούριαζε τη φέτα
Ούτε κι ο Τσέτσνια την παράδοση κρατά
και προτιμά ζαχαρωτά
Η εκκλησία του Ντιντάτσε
είναι στο Κοινοβούλιο δίπλα
κι όταν ο πρίγκηψ Ρήτζεντ χάνει
από τον Τάλατ Μπλεντ με τρίπλα,
συνεδριάζει το Συμβούλιο του Ντιν
με προεδρίνα τη Μουλίν
Ολοι μαζί μετά πηγαίνουν
στον Γκράαλ να προσευχηθούνε,
τη μέρα τους να συνεχίσουν
δίχως να ξανατσακωθούνε
Πριν ακουστούν δυο βρεκεκέξ κι ένα κουάξ
ρίχνει μπουνίδια ο Τεν Μπακς
Το μεσημέρι γευματίζουν
στου Μούντινγκ με ροκφόρ και σούσι
όλη η Στρατιά των Ανυπάρχτων
είναι παρούσα στο τσιμπούσι
Ο Πράβο Γιάζντι ταξιδεύει συνεχώς
κι ο Άρσον γίνεται μπουχός
Γλυκά το πέπλο της η νύχτα
απλώνει παγωμένο ατλάζι
Βγαίνει ο Κλιν Σέβαν τραγουδώντας
κι η Νομανσλάνδη ησυχάζει
Τώρα η Ρεντ Άι κατεβάζει τα ρολλά
Αααχ! όλα πήγανε καλά!

Τεν Μπακς, ο Δαιμόνιος Αριζόνιος

-Δεν υπάρχει Συμβούλιο του Ντιν! ακούστηκε μια κραυγή σαν από σκουριασμένη κλειδαριά που αγωνίζεται να ξεκλειδώσει, ταυτόχρονα με το ξέπνοο ποδοβολητό ιδρωμένου αλόγου, και η φάτσα του Τεν Μπακς μπήκε γκρο πλαν στο πανί φτύνοντας ταμπάκο ανάμεσα από τα μαυρισμένα δόντια της πάνω μασέλας.
Εσκυψα ασυναίσθητα μη με πάρουν τα σκάγια, σφίγγοντας το χέρι του κολλητού μου, λάτρη των γουέστερν με ανατολικές προεκτάσεις -γουέστερν Σιβηρίας, που λένε.
-Ποιος είναι τούτος ο άγριος; ρώτησα σιγανά, αλλά και δυνατά να ρώταγα τη φωνή μου θα επισκίαζε ο αποπίσω που είχε πνιγεί με πασατέμπο κι έβηχε φτύνοντας κι αυτός. Μεταξύ δύο πυρών, μπροστά ο Τεν Μπακς, πίσω ο πασατέν-μποκς, ήθελα να την κάνω ακροποδητί, να εξανεμιστώ, να διακτινιστώ ακόμα και σε άλλο πλανήτη, έλα όμως που είχα δώσει λόγο πως θα κάτσω να δω το φιλμ ίσαμε το τέλος…
-Αυτός είναι ο από μηχανής θεός, μόλις έφτασε από Αριζόνα για να δώσει λύση κι όπως βλέπεις δε μασάει, σίγουρα το Συμβούλιο Ντιν είναι μούφα, με πληροφόρησε ο δικός μου. Και πώς να μασήσει, με δόντι παρά δόντι κομματάκι δύσκολο, σκέφτηκα και βούλιαξα λίγο παρακάτω στο βελουτέ καθισμα που έτριξε, χρώματος μπλε ξεθωριασμέ.

Στο βάθος του διαδρόμου παραμόνευε το μαντρόσκυλο της παρέας των συνωμοτών, ο πρίγκηψ Ρήτζεντ. Η σκιά του δεν απλωνόταν αρκετά ώστε να τον πάρει πρέφα ο Τεν Μπακς, που έτρεχε σαν σίφουνας κι αυτός ο ανοητος μέσ’ στα σκοτάδια και δε γλίτωσε την τρικλοποδιά. Πλαφ! έσκασε καταγής το βαρύ του σώμα και τού’φυγε και το ταμπάκο από την τσέπη του πουκαμίσου, χρώματος μπλε ξεθωριασμέ και αυτό.
-Γαμώτο! έκραξε ο πασατέν-μποκς, ο απο πίσω, που του κόπηκε απότομα ο βήχας.
Σήκωσα λίγο περισσότερο το κεφάλι μου, να διακρίνω καλύτερα και μια άλλη φωνή, τσιριχτή, εσκουξε «κάτω τα κεφάλια είπαμε!» κι έτσι ξαναχαμήλωσα τσουλώντας την πλάτη στο κάθισμα, αντιμετωπη με το αέναο πρόβλημα των υψηλών προσώπων. Ο κολλητός, μού έσφιξε το χέρι με συμπόνοια «κάνε λιγη υπομονή ακόμα» λέγοντάς μου και’γώ ψήλωσα απομέσα αυτή τη φορά.
Ο πρίγκηψ Ρήτζεντ έπεσε πάνω στον Αριζόνιο και τού’ριχνε μπουνιές με το καντάρι, αλλά εκείνος βράχος, τις έτρωγε και δε μίλαγε, μόνο έφτυνε κι από κάνα δόντι κάπου κάπου. Δυστυχώς, δεν προλαβα να τα μετρήσω, ήταν πολλά πάντως, ίσως πάνω κι από τριανταδύο, όπως αμέτρητες είναι και οι σφαίρες που περιέχουν τα εξάσφαιρα στα κλασσικά πλέον γουέστερν σπαγγέτι.
Πάνω στην πεντακοσιοστή γροθιά, ο Τεν Μπακς σαν να ζωντάνεψε κάπως και βρέθηκε αυτός αποπάνω τώρα να γρονθοκοπάει με όλη του τη δύναμη τον πρίγκηπα, που έβγαλε ένα μουγκρητό και παραιτήθηκε απο τον αγώνα.
-Ποιος τά’χει κάνει μαντάρα στο πανεπιστήμιο; του σφύριξε στ’ αυτί ο Τεν, συμπληρώνοντας «αυτά με τα συμβούλια Ντιν και ξεντίν να τα πουλάς αλλού, δεν πιάνουν σε τα μας και ξέρνα τώρα ό,τι ξέρεις» και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ ξέρασε ατάκα κιεπιτόπου πάνω στο επίτηδες ξεθωριασμένο τζιν του.
-Εγώ είμαι ολόκληρο το συμβούλιο Ντιν, ομολόγησε ο πρίγκηψ, ένοιωθα μοναξιά και δημιούργησα μερικούς επιπλέον εαυτούς να έχω παρέα…
-Τί μου λες τώρα! έθαξε ο Τεν, μένοντας με το στόμα ανοιχτό. Εσύ λοιπόν… Εσύ σκότωσες τη Βάλια Κάλντα;
-Ο-όχι… κανένα δεν σκότωσα.. ποια είναι αυτή;
-Μια φοιτήτρια της αρκουδολογίας… αλλά ας τα αφήσουμε αυτά, προέχει να βρεθεί ο δολοφόνος, γι αυτό ήρθα απο την Αριζόνα άλλωστε. Τι λες; Τώρα που γίναμε φιλαράκια μετά τον καυγά, θα με βοηθήσεις; του είπε ο Τεν με λέξεις που έσταζαν σαν ρετσινόλαδο απο τα στραβωμένα του χείλη.
-Να σε βοηθήσω φιλε, αλλά πρώτα θα μου κάνεις μια χάρη.
-Ο,τι θες.
-Να αλλάξουμε τζιν! Ζηλεύω το δικό σου που είναι ξεθωριασμένο με φυσικό τρόπο…
-Γιατί; και το δικό σου είναι ξεθωριασμένο!
-Ναι, αλλά εγώ το βάζω στο πλυντήριο με ελαφρόπετρα για να χάνει το χρώμα του…
-Α, καλά, και μένα ξεθώριασε με τα πολλά σουρσίματα στην έρημο της Αριζόνας, είπε ο Τεν, σηκώθηκε, έλυσε τη ζώνη, έβγαλε το τζιν του και τό’δωσε στον πρίγκηπα.
Το αυτό έπραξε και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ, άλλαξαν τα τζιν τους αμοιβαίως, και ξεκίνησαν βαδίζοντας προς το φως. Εκεί ακριβώς, το φιλμ κάηκε και όλο το σινεμά ξεσηκώθηκε «χασάπη γράμματα», κλπ, ξέρετε, ανάψαν τα φώτα της αίθουσας, ο πασατεμπάς βγήκε στη γύρα μέχρι να κολλήσει ο χασάπης τα κομμάτια. Σε λιγάκι ξαναπήρε μπρος το σύστημα, αλλά ο Τεν Μπακς και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ δεν φαινόντουσαν πουθενά. Βρεθήκαμε ξαφνικά σε ένα καταπράσινο λειβάδι με αρνάκια, που τα σαλάγαγε μια ωραία βοσκοπούλα μπαμπουλωμένη με χρωματιστές μαντήλες και μακριά φουστάνια.
-Η Βάλια Κάλντα! ψιθύρισε φωναχτά ο διπλανός του πασατέν-μποκς, που φαίνεται θα είχε ξαναδεί το έργο και «σκάσε, ρε μαλάκα!» ένας απο μπροστά έστριψε και τον φασκέλωσε με τα πέντε.
-Γιατί, ρε, τι σού’κανα; Σιγανά το είπα…
-Θα σου ρίξω δέκα να μάθεις! ξαναφώναξε και του τά’ριξε και τα δέκα.
Το πράγμα είχε αγριέψει και σφίχτηκα πάνω στον κολλητό. Στο πανί βόσκαν αρνάκια, αλλά πάνω απο τα κεφάλια μας πέρναγαν διάφορα αντικείμενα, χάρτινα ευτυχώς ως επιτοπλείστον, σαν ρουκέτες. Μερικά είχαν και σουβλάκια με τζατζίκι μέσα τους και μπόλικο κρεμμύδι.
Η σκηνή άλλαξε, φύγαν τα αρνάκια και η ωραία, φάνηκαν πάλι ο Τεν και ο πρίγκηψ να περπατούν στο δάσος.
-Απο κει είναι, δεξιά στρίψτε ρεεεεε! φώναξε μια κοπελιά απο τον εξώστη.
-Ασε μας κι εσύ, ρε κοπέλα μου, θα τον βρουν το δρόμο, άσε να έχει λίγο περιπέτεια το πράγμα, είπε ο κολλητός μου νευριασμένος και όλος ο αντρικός πληθυσμός της πλατείας του συμπαραστάθηκε. «Σιγά μη μας πει το φρόκαλο τί να κάνουμε» είπε κάποιος κι ένας άλλος συμπλήρωσε «έτσι είναι φίλε, άμα βλέπεις να φοράνε τόσα ρούχα δεν έχει γούστο», αλλά δεν κατάλαβα πού κόλλαγε αυτή η ατάκα.
Τελοσπάντων, το βρήκαν το λειβάδι τα παλληκάρια, κυνήγησαν την ωραία που έκανε νάζια, αποκάλυψαν το μυστικό της -πως έπαιζε τη δολοφονημένη, δηλαδή, ενώ η μάνα της ήταν η φόνισσα. Είχε δολοφονήσει την αντίζηλο της κόρης της στο διδακτορικό και της είχε πολτοποιήσει το πρόσωπο ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμη, έδειξαν τη μάνα της Βάλιας να δικάζεται σε μια συνοπτική δίκη, ο Τεν έφυγε για Αριζόνα χαιρετώντας τον πρίγκηπα που τον συνόδεψε στο σιδηροδρομικό σταθμό -μαζί με όλο το συμβούλιο του Ντιν, εννοείται- και η Βάλια Κάλντα κλείστηκε σε ένα κλουβί με αληθινές αρκούδες να κανει πρακτική εξάσκηση.

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Φλάβιος και Μουλίν

Οι Απονες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρυ,
για ν’ ανταλλάξουν Ινδιάνικα φιλιά.
Μέσα στο Ρόνο αντανακλάται το φεγγάρι,
καθώς το Λόβερκραφτ γλυστράει στα νερά.
Ο Φλάβιος κι η Μουλίν τους έχουνε ξεφύγει
- μα ήδη στα ίχνη τους ολάκερος στρατός.
Τους οδηγεί ο Ντε Λάντρ μες το κυνήγι.
Στη Νομασλάνδη τώρα θρήνος, κοπετός…
Καταραμένο λέν τον Απονο τον Φλάβιο,
π’ άρπαξε την Ωραία με θράσος, τη Μουλίν.
Και συγκεντρώνονται ευθύς σ’ ένα Κονκλάβιο
όλα τα μέλη του Συμβούλιου Ντιν.
Μπροστά στα τείχη Χάντριαν ο αγέρας
κάλμα μπουνάτσα, δεν σηκώνεται πανί.
Κάποια Σαρίφ φέρνουν στο τέλειωμα της μέρας
- παρθέν’ ακόμη – ως αμνίον για σφαγή.
Ευθύς ο άνεμος γυρνάει σε βοριαδάκι,
- γλυκό, καθάριο, όπως μετά από τη βροχή-
κι οι Τσαλντεάνοι όλοι μπαρκάρουν σε λιγάκι,
για μι’ Απονιάδα, πουκαμίσα αδειανή.
Όλα σαλπάρουν τα καράβια, εν Απονία
- μπρίκια, κορβέτες και γαλέρες στη σειρά-
Μα κάπου εδώ τελειώνει η ραψωδία,
και τη συνέχεια θα σας πούμε άλλη φορά.

Λόβερκραφτ

Υπό Κόλια Χαρίλοβιτς Καβαδίεφ
Κάτω απ’ όρη κόκκινα κυλούσ’ ο Ρόνος-
κι η Φλωρεντίνη εκεί είχε ρίξει το παιδί.
Ηταν παράξενο ταξίδι, τρίτος χρόνος,
Χορός των Κεφαλών μες την ακτή.
Ο Πόλαξ με τον Πόλαρ στο τιμόνι,
κλειστά φανάρια, να θερίζουν πυρετοί.
Η μυθική Σερίφ ειν’ το ραμόνι
κι η Ζωντανίνα το Νομέ βλέπει Ζεντί.
Μαγεία Καλντέεν ασκούν τα τέρατα του Γκόγια,
καθώς το Λόβερκραφτ κυλάει προς τα στενά,
κι οι Κθούλου πάντα ψιθυρίζουν τα ίδια λόγια,
ενώ ο Μπαρόκο Μπάρμα τώρα κυβερνά.
Ο Μπουνικέλοφ ζωγραφίζει πάλι τείχος-
τα τείχη Χάντριαν, με μωβ και κρεμεζί.
Περιπολεί ο Σολούκας, μόνος ήχος
τα βήματα του Ερμή του Τριζμεζίστ.
Ο Φόμπος και ο Δήμος στο ωδείο,
φωτίζουνε την πόρτα καθαρά.
Κορίτσια, που κρατούνε το βιβλίο
«Η Αυγή των Μάγων», σε προδώσανε ξανά.
Καημένοι, η θάλασσα μισάει τη χαρμολύπη-
πράσιν’ αγνώριστο μεγάλου ωκεανού.
Ψοφήσαν οι Θνησιγενείς σου και σου λείπει
του σπιτικού σου η γεύση, κυδωνιού.

Γράμματα στη Μουλένα

Της Σοφράντς Κολοτουρκάφκα
Η δεσποσύνη, η Κυρά της Νομασλάνδης,
που άκουγε στ’ όνομα Μουλίνα ή και Μουλέν,
στις υδρογονανθρακικές ζούσε, τις Ανδεις,
μα την παντρέψανε νωρίς με τον Μπασέν.
Λαίδη Ντε Λαντρ την προσφωνούσαν στο παλάτι,
κι ειν’ της βασίλισσας Κυρία των Τιμών.
Λίγο ανιαρές περνούν οι μέρες, στο κρεβάτι
και στην ανία των μεγάλων σαλονιών.
Κάνει παρέα με τις άλλες τις κυρίες,
τη Λαίδη Κράουν, την κυρία Μποχεμιάν,
τη μίσες Μούντινγκ (αφιχθείσα απ’ τις Ινδίες),
που ‘χουν στις φλέβες τους το αίμα Τσαλντεάν.
Αλλά η Μουλένα, που τον Λόρδο της βαριόταν
είχε τον Αρσον αγαπήσει, στα κρυφά.
Κι όταν μπορούσαν, μες το δάσος συναντιόταν,
λίγα φιλιά για ν’ ανταλλάξουν, στα κλεφτά.
Τον Αρσον όμως κυνηγούσ’ η αστυνομία –
γιατί τον είχε καταδώσει ο Μπασέν.
Και ζούσε πάντοτε μες την παρανομία,
κι οι σύντροφοί του τον ελέγαν νέο Ρομπέν.
Τα ξωτικά είχε για παρέα του στα δάση
και τα φαντάσματα, απ’ τους Θνησιγενείς.
Τίποτα πια δεν είχε ο Αρσον για να χάσει,
εκτός απ’ τους πιστούς συντρόφους του, τους τρεις.
Οι Εμπιστοι Τρεις, όλα τα γράμματά του δίναν
κάθε πρωί κρυφά στη λαίδη τη Μουλίν.
Κι αφού στ’ αρχοντικό της μέσα τρωγοπίναν,
του Συμβουλίου μαθαίναν μυστικά, του Ντιν.
Ητανε η Μουλίν μια νέα Μάτα Χάρι;
Πράκτωρ διπλή, εργαζόταν εναντίον του Τσινγκ;
Ποιος ξέρει; Τώρα το ποτάμι το ‘χει πάρει…
Λένε πως ήτανε κι αυτή κι ο Ρεβινστίνκτ,
κι ο Πράβο Γιάζντι και μια κάποια Φλωρεντίνη,
κι ο Πόλαρ Σκοτ κι όλοι οι άντρες με τα Μπλε.
Οταν ο Αρσον σε καυτό έριξε καμίνι,
τον αυτοκράτορα, δεν μίλησαν ποτέ.
Ορκο σιωπής είχανε δώσει οι επαναστάτες
κι όταν κυβέρνησε το νέο Συμβούλιο Ντιν,
τους Τσαλντεάνους τους εκδιώξαν, γι’ αποστάτες
κρατώντας μόνο τον Μπασέν και τη Μουλίν.
Μα των ερωτευμένων ποια ήτανε η τύχη;
Ο Αρσον, ο καημένος είχ’ ελπίσει…
Μα του ‘γραψε η Μουλέν, σαν καταδίκη:
«Αντίο… Θα έχουμε για πάντα το Παρίσι..»

Δούκας του Έλλινκτον

Ο Δούκας του Ελλινκτον, που πέθανε πριν ζήσει,
σ’ άλλη ζωή είχε γεννηθεί στη Βενετία.
Εκεί τον βάφτισαν με τ’ όνομα Οθέλλο
κι είχ’ αγαπήσει τότε μια όμορφη κυρία,
που τ’ όνομά της το γλυκό ήταν Δυσδαιμόνα.
Ο Ιάγος όμως, που τη σχέση τους φθονούσε
έβαζε λόγια στον Οθέλλο ένα χειμώνα,
που έξω ο αγέρας φοβερός λυσσομανούσε.
Μια μαύρη νύχτα που ‘χε σβήσει το καντίλι,
κι η Δυσδαιμόνα είχε πλαγιάσει στο κρεβάτι
πήγ’ ο Ιάγος να του δείξει το μαντίλι,
που –όπως επέμενε- δηλώνει την απάτη.
Ολοι γνωρίζουν την πασίγνωστη ιστορία
και πως ο Οθέλλος τελικά είχ’ αυτοκτονήσει.
Αλλ’ αγνοούνε τη συνέχεια, την ουσία…
πως ενσαρκώθηκε σε μια καινούρια ζήση!
Σαν Δούκας του Ελλινκτον σε λίγο θα γεννιόταν
(από μητέρα Δούκισσα, πατέρα πρώην Πρινς)
Με δόξα και τιμές μετά θα βαφτιζόταν
στη συνοικία τη γνωστή μας ως Κουίνς.
Στη γέννησή του το Φωτόσπαθο φαινόταν,
που κράταγε στα χέρια ο ίδιος ο Αγιος Γκράαλ,
πίσω του οι άντρες με τα μπλε ίσα ακουγόταν
οι Καναανίτες, που λατρεύανε τον Βάαλ.
Ετσι αναλήφθηκε ψηλά στη Νομασλάνδη
ο Δούκας του Ελλιγκτον, αντί να γεννηθεί.
Κάποιοι μου τα ‘πανε αυτά στη Νεβερλάνδη
κι αν έχει λάθη, ειν’ που μου τα ‘πανε στ’ αυτί!

Τάλατ Μπλεντ

H Tάλατ Μπλεντ γεννήθηκε γυναίκα,
όπως κι η Πάπισσα Ιωάννα πιο παλιά.
Στο σκάκι όλους τους κέρδιζ’ απ’ τα δέκα –
δίνοντας μάχες με τους άντρες στη σειρά.
Όμως στον κόσμο της στυγνής αντροκρατίας,
ήξερε: θα έμενε για πάντα μια αντιστάρ.
Ούτε πρωτάθλημα ούτε σκέψη κυριαρχίας:
πώς να παλέψεις με χωρίς καναπουτσάρ;
Κι έτσι, οδηγήθηκε σ’ εγχείριση του φύλου,
αλλά, δειλιάζοντας την τελευταία στιγμή,
μες τ’ αντρικά προτίμησε, ενός φίλου
τα ρούχα, επιδέξια πάλι να κρυφτεί.
Έκτοτε, η ίδια συμμετέχει στους αγώνες,
σαν άντρας κι έχει γίνει και Γκραν μαιτρ.
Φοράει γραβάτες και φθαρμένα στους αγκώνες
λινά κουστούμια και πετάει με Αι Ρεντ.
«Περνάω καλά» μονολογεί όταν κερδίζει,
αλλά καμιά φορά όταν πίνει μες τα μπαρ,
θα ‘θελε σ’ άλλη κοινωνία να γυρίζει,
όπου να μην σ’ ορίζει το καναπουτσάρ…

Η Απονία των Καναπουτσάρ

Εμοιαζε τόσο η Απονία στην Αγρια Δύση,
κι ας είχε σύνορα κοινά με το Κατάρ.
Αγρια βουβάλια όλη την είχαν αποικίσει,
που ‘χαν στην πλάτη τους φτερά – τι θαύμα η φύση!
και – βουβαλίσιο- ως το μηρό καναπουτσάρ.
Πετρέλαιο άφθονο διέθετε η χώρα,
και πάμφθηνα γεμίζαν τα ρεζερβουάρ –
Πίσ’ απ΄ το τζάμι αφουγκράζονται την μπόρα,
οι καουμπόηδες, που με τζιπ περνούνε τώρα,
κι ο κυβισμός να δείχνει το καναπουτσάρ.
Σε τέτοια επίδειξη θα ήταν, βαρβατίλας,
όταν τους είπαν οι γυναίκες ωρβουάρ.
Τι απονία, προς την επίδειξη αντρίλας,
των γελαδάρηδων η πρόγευση της νίλας.
Τι θηλυκή Απονία των Καναπουτσάρ…

Θνησιγενείς Ανύπαρχτοι

Στη μακρινή της Νομασλάνδης Αποικία,
υπάρχει, λεν σ’ ένα χωριό τρελός Προφήτης.
Μ’ ακούστε απ’ την αρχή την ιστορία:
Ηταν του Τσίνγκ τα χρόνια, η βασιλεία,
και μιας Ανύπαρχτης Στρατιάς ο κυβερνήτης.
Ο ιππότης Λόρδος Κράουν μες τα τείχη
με τον Μπασέν ντε Λαντρ περιπολούσε.
Ο πρίγκιψ Ρήτζεντ ακουγότανε να βήχει,
γράφοντας έσπαζ’ η Μουλίν το τρίτο νύχι,
μα ο Αγιος Γκράαλ εκεί ψηλά τους ευλογούσε.
Κάποια βραδιά που ξεχυθήκαν τα δαιμόνια,
η πόλη γέμισε φωτιές κι όλοι ουρλιάζαν.
Τον Αρσον υποπτεύονταν για χρόνια -
μέλος μιας σπείρας που κατάκαιγε τ’ αλώνια.
Συνήθεις ύποπτους, οι αρχές τους ονομάζαν.
Πήγαινε ύστερα ο Κρισέικς στα καμένα,
και τα έβαφε, σαν ρόδινες αχτίδες.
Μέσα εκεί παίζαν παιχνίδια λατρεμένα,
όπως το σκάκι, που αγαπούσαν παθιασμένα-
μα ο Τάλατ Μπλεντ έπαιρνε πάντα τις παρτίδες.
Τους άρεσε να βλέπουν μια ταινία,
του Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, του σκηνοθέτη.
«Ο Τσέτσνια κι ο Τεν Μπακς στην Απωνία»
ήταν ο τίτλος, κι είχ’ η μουσική αγωνία,
του Μποχεμνιάν Λεβόν, του κορυφαίου συνθέτη.
Κι έτσι περνούσανε ανέφελες οι μέρες,
ώσπου ο Πρόεδρος Ντιν ανέτρεψε τον Τσίνγκ
(μα ο Πράβο Γιάζντι του ‘ριξε τρεις σφαίρες).
Του Ντιν Συμβούλιο φτιάξαν οι σοφοί πατέρες -
μαζί ο άγιος Didache κι ο γενναίος Ρεβινστίνκτ.
Τότε όμως πήραν μια απόφαση μοιραία:
να διώξουν τους Θνησιγενείς της πολιτείας.
και στον Ρεντ Άι, τον αερομεταφορέα,
φόρτωσαν τον Κλιν Σέβαν κι όλη την παρέα,
και κίνησαν στη γη της εξορίας.
Τώρα μπορεί κανείς να δει έξω απ’ την πόλη
της Νομανσλάνδης πάντα όταν νυχτώνει,
τρελό Προφήτη -τον Κλιντ Σέβαν-, γύρω του όλοι
αγέννητοι κι ήδη νεκροί, λες σκέτοι ρόλοι
θεάτρου παραλόγου, που όμως δεν τελειώνει.

Ποιήματα

Ἱπτάμενα βουβάλια καὶ ταράνδοι
τὰ λείψανα τοῦ Ἅγιου Γκράαλ κι ὁ Ντιντάχη
αὐτ’ εἶναι ὅλη κι ὅλη ἡ Νομανσλάνδη
χτισμένη σὲ βουνίσια ἀνεμοράχι.
Ὁ Ῥῆτζετ εἶναι γιὸς τοῦ Τσὶνγκ τοῦ πρώτου
κι ὁ Τάλατ Μπλέντ νικάει τὸν Κασπάρωφ,
ντυμένος μὲ Ῥὲντ Ἄι στολὴ πιλότου
προσεύχομαι στὸν Ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ.
Τὸ φάντασμα τοῦ Σέβαν σὲ ταινία
τοῦ Ῥόμπερντ Φὸρντ μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα,
καλύτερα φτωχὸς στὴν Ἀπονία
νὰ κούρδιζα τοῦ Μποχεμιὰν τὰ μπάσα,
παρὰ νὰ ζῶ φοβούμενος τὴν κάννη
ἀπὸ καναπουτσὰρ ποὺ στῆσαν* Τσαλντεᾶνοι.
*σὲ μερικὰ χειρόγραφα παραδίδεται ἡ γραφὴ στῦσαν

*********

Θὰ μὲ δικάσῃ ὀ Κρισέικς κι ἡ Ἀηδώνη
μὰ στὴν Λιμέρα, Ἅγιο Γκράαλ μου χρυσό,
ὁ Μούτινγκ κι οἱ ὑπόλοιποι βαρῶνοι
θὰ φτάνουν σὲ βουβάλι φτερωτό.
Στὸν οὐρανὸ ποὺ κάναμε ταβάνι
κοιτᾶμε τῆς Ῥὲντ Ἄι τὰ φτερά,
κουρσάροι, Φράγκοι, Φράγκοι, Τσαλντεᾶνοι
μᾶς πούλησαν γιὰ γρόσια καὶ φλουριά.
Στὴν Ἀπονία γράφει τώρα ὁ Ντιντάχη
μὰ κεὶ στὸ Μόδο σ’ἕνα μύλο ἐρημικὸ
τὰ γράμματά της διάβαζε μονάχη
ἡ δύστυχη Μουλὲν μ’ἕνα φακό.

*********

Ἀπάνω μου ἔχω πάντοτε δεμένο στὸ ζωνάρι
ἕνα μικρὸ καναπουτσὰρ ἀπὸ τὴν Νομανσλάνδη,
ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ φαντάροι
ποὺ ἀπ’ τὸν Τσἰνγκ τὸ ἀγόρασα μιὰ μέρα στὴν Ταϋλάνδη.
Θυμᾶμαι ὡς τώρα νἄτανε τὸν Μπὰξ στὴν Ἀριζόνα,
ποὺ πολεμοῦσε μὲ αὐτὸ Μεξικανοὺς ἀτάκτους,
κρύος ἱδρῶτας ἔπεφτε κι ἡ κάθε του σταγόνα
κάτω στὴν ἄμμο πότιζε φραγκόσυκα καὶ κάκτους.
Ὁ πρίγκηψ ‘Ρῆτζεντ σκότωσε μ’αὐτὸ τὴν Λεβαντίνη,
τὴν ὄμορφη πριγκήπισσα ἀπὸ τὴν Ἀπωνία,
καὶ μιά του σφαῖρα χτύπησε φριχτὰ τὴν Φλωρεντίνη,
γιὰ πάντα ἀποστερῶντας μας τὴν θεία μελῳδία.
Ὁ λόρδος Κρόουν μιὰ βραδιὰ τὸν ἄμοιρο Κρισέιξ
μὲ τπῦτο τὸ καναπουτσὰρ τὸν ἔκανε σμπαράλια
καὶ στὴν Λιμέρα τρώγοντας γιὰ πρωινό κορνφλέικς
ὁ Πράβο Γιάζντι στόχευε ἱπτάμενα βουβάλια.
Ὁ Πόλαρ Σκὸτ ξεπάστρεψε ἐξήντα Τσαλντεάνους
κι ὁ Ἄρσον ἀπὸ τὸ Βνουρὰπ ἑπτὰ μικροὺς Ταγῖστες,
ὁ Ῥεβινστὶκτ πολέμησε αἱμοσταγεῖς τυράννους
κι ὁ Μούτινγκ ἐξωλόθρευε στὸ Μόδο ἀρριβῖστες.
Μὲ τοῦτο ἄγρια ἔστειλε στὸν Ἅδη ὁ Ντιντάχε
χωρὶς κανένα ἔλεος, χωρὶς καθόλου τύψεις
τὴν ὁμορφούλα τὴν Μουλὲν γιατὶ μὲ ἄλλον τἆχε
καὶ μ’ ἄλλον ἀρεσκότανε νὰ κάνῃ ἐπικύψεις.
“Εἶν’ἀλαφρύ, γιά πιάσε το, δὲν πάει οὔτ’ἕνα δράμι
καὶ δὲν κοστίζει τίποτε, μονάχα ἕνα μπρίκι,
μὰ ὅσι τὄχαν ἔφυγε ἡ ζῆσι τους χαράμι,
πολλὰ ἔχουν δεῖ τὰ μάτια μου μ’αὐτὸ μοῦ φέρνει φρίκη”.
Καναπουτσὰρ ἀτσάλινο τὴν ζώνη μου στολίζει,
ποὺ κάποτε ἀγόρασα σὲ κάποιο σταυροδρόμι
γιὰ ποιὸν ἡ κρύα κάννη του τὴν νύχτα νὰ γυαλίζῃ,
ἀφ’οὗ ὁ Σέβαν πέθανε πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη;

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Νομανσλαντιανή πλανεύτρα

...Κατάφερα επιτέλους να βρω το χαμένο ποίημα του Ντοτζ του Ενετού για την παράνομη αγάπη ενός νεαρού Απονέζου και μιας πολυτραγουδισμένης Νομανσλανδιανής - που λίγο αργότερα έγινε και αφορμή για να ξεσπάσει ο 1ος Νομανσλανδιανός πόλεμος...


Σηκώστε τα καναπουτσάρ και ξεκινάμε!
Στην πλώρη εγώ, με τη Μουλίν μου αγκαλιά
θα τη γεμίζω με ινδιάνικα φιλιά
και όπου η Σερίφ θε να μας πάρει εκεί θα πάμε.

Με το Μπαρόκο Μπάρμα πάντα στο τιμόνι
μαζί θα σκίζουμε του Ρόνου τα νερά,
και σου ξηγιέμαι παστρικά και καθαρά,
Μουλίν, ποτέ ξανά δε θα σ’ αφήσω μόνη.

Δεν έχω εγώ τα φράγκα του Μπενεφισιάρη
μα έχω μι’ αντρίκια και λεβέντικη καρδιά,
από τ’ αψηλά τα τείχη Χάντριαν πιο φαρδιά,
του Τριζμεζίστ είμαι το πρώτο παλληκάρι.

Τους Τσαλντεάνους πια δε θέλω να φοβάσαι
ξέρω κι’ εγώ από μαγεία Καλντεέν,
κι’ορκίζομαι: Φλάβιους Ζοζέφ να μη με λεν,
αν σου πειράξουνε μια τρίχα όσο κοιμάσαι.

Έλα να γείρεις στην κουβέρτα της φελούκας,
έστρωσα λόβερκραφτ για σένα μαλακό
και θα σου δώσω, Μουλινάκι μου γλυκό,
καναπουτσάρ που θα το ζήλευε ο Σολούκας.

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Το Μοιρολόι της Νομανσλάνδης

Κρώζουν φριχτά τα φτερωτά βουβάλια
απάνω απ’ τις ψηλές βουνοκορφές:
Τώρα διαβαίνουν με σκυμμένα τα κεφάλια
-τα σωθικά μου σαν να σφίγγει μια τανάλια-
του Συμβουλίου του Ντιν θλιμμένες οι μορφές.

Για του Κλιν Σέβαν το χαμό θρηνεί τα βράδια
με σνιφ! κλαψ! λυγμ! της Νομανσλάνδης κάθε νια.
Θνησιγενή ήταν τα φιλιά του και τα χάδια
-κι’ εσύ στον άνεμο ψάχνεις να βρεις σημάδια
πως ξεκληρίστηκε μια ολάκερη γενιά.

Η Νομανσλάνδη έγιν’ ηφαίστειο που κοχλάζει
πολλοί μισούν τον Αυτοκράτορα το Τσινγκ.
Των Τσαλντεάνων το λεφούσι αλαλάζει
πέφτουν μπουνιές και κουτουλιές σαν το χαλάζι
και το Συμβούλιο μετατρέπεται σε ρινγκ.

Τώρα λοιπόν κάθε προδότης και κακούργος
πρέπει να ψάξει μια γωνιά για να κρυφτεί:
μα ο σεβάσμιος Didache (ο ραδιούργος!)
κι’ ο μοχθηρός ο λόρδος Κράουν, ο πανούργος,
παίζουν κρυφά το τελευταίο τους χαρτί.

Και η βασίλισσα των Spades παραγάδι
στη Νομανσλάνδη θ’ αμολήσει μια νυχτιά:
Πρίγκιπας Ρήτζεντ και Μπασέν ντε Λαντρ, ομάδι
-καναπουτσάρ γυμνά- στο ανθρώπινο κοπάδι
ρίχνουνται με τρελήν αποκοτιά.

Μέσα στην πόλη μια ισορροπία του τρόμου
αλλά στους δρόμους η επανάσταση αρχινά.
Το Ρεβιστίνκτ θάθελα νάχα στο πλευρό μου
-μα ο Τεν Μπακς έγινε εκπρόσωπος του νόμου!-
κι’ ο Άρσον τώρα κινδυνεύει αληθινά.

Ο Άγιος Γκράαλ από ψηλά να μας φυλάει:
οι Τσαλντεάνοι πολεμούν τους Ταγιστές.
Εκεί που η επανάσταση χαλάει
η τύχη ξάφνου μας χαμογελάει
-ορμούν του Τάλατ Μπλεντ οι σκακιστές.

Ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, ο σκηνοθέτης
κοιτάζει της Μουλίν του το γυμνό κορμί:
Κι’ ο Μποχεμιάν, ο εθνικός μας ο συνθέτης
μετανιωμένος που έπαψε να ζει ρεμπέτης
θέλει να πιει κι’ όλο ζητά μιαν αφορμή.

Μα οι Τσαλντεάνοι πάλι στήσανε καρτέρι,
αστράφτουν και βροντάνε τα καναπουτσάρ.
Το Τρίο Στούτζες μέρα μεσημέρι
και τους Ατσίδες με τα Μπλε σ’ ένα παρτέρι
τους πιάσαν με κατεβασμένο φερμουάρ.

Σουρούπωσε: στέκει βουβό το δείλι
δακρύζοντας μπροστά στο μακελειό.
Ο Πράβο Γιάζντι ορθός, δαγκώνοντας τα χείλη
και η Μουλίν σκυφτή, κρατώντας το μαντήλι
τον πόνο τους να πνίξουν πάν’ στο καπηλειό...

Επιστροφή στη Νομανσλάνδη


Το πρόσωπο του Didache ήταν μια ανέκφραστη μάσκα. Μόνο οι ελάχιστοι που είχαν την τύχη (ή μάλλον την ατυχία) να τον γνωρίζουν πολύ καλά μπορούσαν ίσως να διακρίνουν ένα ανεπαίσθητο πετάρισμα στο αριστερό του μάτι, σημάδι της τρομερής οργής που τον διακατείχε. Εκατό πάνοπλοι Τσαλντεάνοι, τρομεροί με τις πανοπλίες και τις περικεφαλαίες τους, τον περιστοίχιζαν, έτοιμοι να επιτεθούν με το παραμικρό του νεύμα. Κανείς δεν θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στον Didache και τους Τσαλντεάνους του χωρίς να νιώσει τα πόδια του να λυγίζουν και – ίσως – ένα κίτρινο ρυάκι να ποτίζει το παντελόνι του...
Κανείς, φυσικά, εκτός από τον Αυτοκράτορα Τσινγκ που, καθισμένος στον κοκκάλινο θρόνο του, τους παρατηρούσε ατάραχος.
«Μεγαλειότατε, στο όνομα του Άγιου Γκράαλ...» ξεκίνησε να λέει ο ιεροεξεταστής.
Ο Αυτοκράτορας τον διέκοψε με ένα του νεύμα.
Τώρα πια και το δεξί μάτι του Didache είχε αρχίσει να πεταρίζει...
«Δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε», είπε με την τραγουδιστή του φωνή ο μεγάλος αυτοκράτορας. «Συγκαλώ το Συμβούλιο του Ντιν!»
Το πρόσωπο του Didache έγινε άσπρο σαν το χαρτί. Γύρω του, οι εκατό Τσαλντεάνοι – σαν ένας Ανύπαρκτος – έφεραν τα χέρια στα καναπουτσάρ τους.
«Μεγαλειότατε...», άρχισε πάλι ο ιεροεξεταστής και η φωνή του ήταν ένα φριχτό γρύλλισμα.
Ο Αυτοκράτορας Τσινγκ σηκώθηκε όρθιος. Ένα ηχηρό «γκασπ!» ακούστηκε από εκατοντάδες στόματα. Σε όλα τα χρόνια της βασιλείας του, ο Αυτοκράτορας Τσινγκ δεν είχε ποτέ σηκωθεί από το θρόνο του.
«Ή τώρα ή ποτέ», είπε τραγουδιστά ο Αυτοκράτορας. Η βασίλισσα των Spades είναι έτοιμη να εισβάλλει στη Νομανσλάνδη. Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου».
Οι κουρτίνες δεξιά και αριστερά του θρόνου παραμέρισαν, και ξεπρόβαλλαν ο πρίγκηψ Ρήτζεντ και ο Μπασσέν ντε Λαντρ με τα καναπουτσάρ ξεγυμνωμένα. «Ζήτω ο Αυτοκράτορας!» φώναξαν.
Οι Τσαλντεάνοι, σαν ένας Ανύπαρκτος, έπεσαν στα γόνατα. Οι φούντες από τις περικεφαλαίες τους σύρθηκαν στο πάτωμα. «Ζήτω ο Αυτοκράτορας!» φώναξαν με τη σειρά τους.
Ο Didache κοίταξε τον ηγεμόνα του με λύσσα. Δεν θα είχε φτάσει ποτέ όμως εκεί που έφτασε αν δεν ήξερε να χάνει. Ήξερε να χάνει, όχι όμως και να συγχωρεί. «Γκρουντ... Ζήτω ο Αυτοκράτορας!» γρύλλισε.

Ο Τεν Μπακς ήταν καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του με τις μπότες πάνω στο καρυδένιο του γραφείο. Δαχτυλίδια καπνού έβγαιναν από το στόμα του ενώ οι αχτίνες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο έπεφταν πάνω στο ασημένιο αστέρι στο στήθος του και το έκαναν να λάμπει.
Άπλωσε νωχελικά το χέρι του και τράβηξε το κορδόνι που κρεμόταν πάνω από το γραφείο του. Ένα κουδούνι ακούστηκε να χτυπάει και αμέσως πετάχτηκε μέσα στο δωμάτιο ένας νεαρός εκπρόσωπος του νόμου.
«Βοηθέ», γάβγισε ο Τεν Μπακς, «φέρε μέσα τον συνήθη ύποπτο».
Ο νεαρός έφυγε τρέχοντας και σε δευτερόλεπτα γύρισε σέρνοντας δίπλα του τον Άρσον, με τα χέρια δεμένα – το ένα μάλιστα και μπανταρισμένο.
Ο σερίφης σηκώθηκε και πλησίασε τον Άρσον. Στάθηκε μπροστά του και κοιτάχτηκαν οι δυο τους κατάματα.
«Να λοιπόν που ξαναβρισκόμαστε, Άρσον», είπε ειρωνικά ο σερίφης.
Ο Άρσον χαμογέλασε ανέμελα. «Έχεις αλλάξει πολύ, Μπακς, από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε... Τότε είμασταν και οι δύο από την ίδια πλευρά του νόμου...»
Ο Τεν Μπακς γέλασε τρανταχτά. «Αυτές οι μέρες τελείωσαν για πάντα, Άρσον», απάντησε τρίβοντας στο θεληματικό πηγούνι του. «Τώρα υπάρχει καινούργιος σερίφης στην πόλη», συμπλήρωσε κοιτάζοντάς τον με νόημα. «Και είναι η τελευταία σου ευκαιρία να συνεργαστείς, στο όνομα της παλιάς μας φιλίας».
«Να συνεργαστώ; Για ποιο πράγμα;» ρώτησε ο Άρσον, με προσποιητή απορία.
«Γιατί είναι δεμένο το χέρι σου;» ρώτησε απότομα ο Μπιγκ Τεν.
«Με δάγκωσε ένας σκύλος... ένα κουνέλι... ή ίσως ένα άλογο», απάντησε ο Άρσον αδιάφορα. «Τι σημασία έχει;»
«Εγώ πάλι πιστεύω ότι το χέρι σου κάηκε στον εμπρησμό του Ερημητήριου», είπε ο σερίφης τονίζοντας μία-μία τις λέξεις.
Ο Άρσον γέλασε αδύναμα. «Μην ξεχνάς ότι εγώ τότε ήμουν στην φυλακή».
Ο Μπακς πλησίασε το πρόσωπό του ακόμα περισσότερο στο πρόσωπό του κρατουμένου του. «Και η φυλακή κάηκε», είπε.
«Δεν ξέρω τίποτα για τον εμπρησμό», απάντησε ο Άρσον.
«Μήπως αυτό θα σε βοηθήσει να θυμηθείς;», ρώτησε ο σερίφης, χτυπώντας τον δυνατά με τη γροθιά του στο πρόσωπο.
«Γαμώτο, νομίζω ότι μόλις μου έσπασες τη μύτη», είπε ατάραχος ο Άρσον.
Ο Τεν Μπακς σήκωσε ξανά το χέρι του, και τότε ακούστηκε ξαφνικά η κραυγή του βοηθού: «Γκλουπ! Κρατάει καναπουτσάρ!»
Αυτά μόνο πρόλαβε να πει ο νεαρός εκπρόσωπος του νόμου πριν το κεφάλι του αποχωριστεί από το σώμα του και κυλίσει στο δρύινο πάτωμα. Ο φλογερός επαναστάτης Ρεβινστίνκτ όρμηξε στο δωμάτιο, προς το μέρος του σερίφη. Μια ροζ κορδέλλα ήταν τυλιγμένη στα μακριά μαύρα μαλλιά του.
Μέσα στη σύγχυση ο Άρσον έτρεξε προς το παράθυρο και πήδηξε έξω, σπάζοντας το τζάμι, χωρίς ο σερίφης να προλάβει να αντιδράσει.
Ο Ρεβενστίνκτ γέλασε, φώναξε «Ο Κρισέικς είναι μεγάλος!», και εξαφανίστηκε ξαφνικά όπως είχε έρθει.
Ο Τεν Μπακς κοίταζε μια το πτώμα του βοηθού και μια το σπασμένο παράθυρο. Άρχισε να ξύνει το κεφάλι του και να βηματίζει νευρικά γύρω γύρω, μουρμουρίζοντας «μούμπλε-μούμπλε». Περπατούσε μέχρι που άνοιξε ένα αυλάκι στο πάτωμα. Επιτέλους σταμάτησε. Είχε ξαναβρεί τη χαμένη του αυτοσυγκέντρωση. Κοίταξε το πικάπ, που όλη την ώρα του μακελειού δεν είχε σταματήσει να παίζει την Ενάτη του Μποχεμιάν. Έβγαλε αργά αργά το περίστροφό του από τη θήκη, σημάδεψε και πυροβόλησε. Η μουσική σταμάτησε απότομα.
Ο Μπακς φύσηξε τον καπνό που έβγαινε από την κάννη και ξαναέβαλε το περίστροφο στη θήκη του. «Πάντα προτιμούσα τον Σοστακόβιτς», είπε απλά.
Δυο ορόφους πιο κάτω, ο Άρσον, ακόμα δεμένος και αιμόφυρτος, κατάφερε να συρθεί μέχρι ένα ροζ σπίτι, στο επόμενο τετράγωνο. Η πόρτα άνοιξε. Ο Άρσον χώθηκε μέσα και η πόρτα ξαναέκλεισε. «Για τον Κρισέικς, ρε γαμώτο!», ήταν τα τελευταία του λόγια πριν χάσει τις αισθήσεις του.

Πολύ μακριά, στα σύνορα της Νομανσλάνδης, ένας άγνωστος κουκουλοφόρος ήταν γονατισμένος μπροστά στον πορφυρό θρόνο της βασίλισσας των Spades. Με ένα νεύμα από την μεγαλειότητά της ο άγνωστος σηκώθηκε, έβγαλε την κουκούλα, και... γκασπ! Δεν ήταν άλλος από τον λόρδο Κράουν!
Η βασίλισσα τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Είναι αυτό καναπουτσάρ στην τσέπη σου», τον ρώτησε, «ή απλώς χαίρεσαι που με βλέπεις;»

«Εμπιστέψου τον D.E.», έγραφε η τεράστια αφίσα – σε μέγεθος πολυκατοικίας. «Ο άνθρωπός σου στη Νομανσλάνδη».
Ο Τάλατ Μπλεντ τράβηξε τα μάτια του από την αφίσα, φανερά ενοχλημένος. «Και ποια είναι η γνώμη σου για τον μυστηριώδη D.E., Πράβο;», ρώτησε.
Ο Πράβο Γιάζντι τον κοίταξε από τον καθρέφτη, ανέκφραστος όπως πάντα. «Δεν πληρώνομαι για να έχω γνώμη, Τάλατ. Πληρώνομαι για να οδηγώ».
«Μην παριστάνεις τον απλό σωφέρ, Πράβο. Είσαι πολύ περισσότερο από ένας απλός σωφέρ».
Ο Γιάζντι χαμογέλασε στραβά, αλλά δεν απάντησε. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είχαν φτάσει στον προορισμό τους.
«Τα εισιτήρια», είπε ο Πράβο Γιάζντι, δίνοντας ένα μικρό ροζ φάκελο στον επιβάτη του. Ο Τάλατ Μπλεντ έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό χαρτοκόπτη και έσκισε το φάκελο με μια γρήγορη κίνηση. «Ρεντ Άι Αίργουαιης», έγραφαν πάνω τα εισιτήρια. Ο Μπλεντ χαμογέλασε. «Με τον εθνικό αερομεταφορέα; Αυτό είναι πραγματική ειρωνεία...»
Δευτερόλεπτα σιωπής, που έφτασαν πολύ κοντά στο να γίνουν λεπτά, δεν ήταν όμως γραφτό τους.
«Θα αργήσει ο Κράουν;», ρώτησε θρυμματίζοντας τη σιωπή ο Τάλατ Μπλεντ. Ο Πράβο Γιάζντι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Πάντα αργεί», αποκρίθηκε.
Ο Μπλεντ χαμογέλασε και έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή σκακιέρα. «Είσαι για μια παρτίδα καθώς περιμένουμε;»

«Σλουρπ!» Ο D.E. έγλειψε τα χείλη του και στη συνέχεια τα πλατάγισε. Μπροστά του, μια γεμάτη γαβάθα με αχνιστές φτερούγες βούβαλου που θα έκαναν ακόμα και ενός αγάλματος τα σάλια να τρέχουν σαν αφρισμένο ποτάμι.
Ο πρίγκηψ Ρήτζεντ κοίταξε με λαχτάρα το ξέχειλο πιάτο του συνδαιτημόνα του. Το δικό του, μάταια πάσχιζαν να το γεμίσουν ένα μικρό καρότο και ενάμιση ραδίκι.
Ο D.E. τον κοίταξε χαμογελώντας, καθώς εξαφάνιζε μία μία τις φτερούγες μέσα στο στόμα του. «Γιατί δεν τρως, πρίγκηψ;», ρώτησε.
«Δεν έχω όρεξη», απάντησε νευρικά ο Ρήτζεντ. Είχε μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και φαινόταν φοβερά σφιγμένος. Χτυπούσε νευρικά στο τραπέζι τα δάχτυλα του χεριού του. Του αριστερού χεριού του.
Ο D.E. χαμογέλασε – αν ήταν δυνατόν! – ακόμα πλατύτερα. «Νομίζεις ότι προσπαθώ να σε δηλητηριάσω; Δεν είμαι εχθρός σου, Ρήτζεντ. Δεν είμαι ΕΓΩ ο εχθρός σου». Για μια στιγμή μονάχα, σταμάτησε να τρώει. «Δεν υπάρχει λόγος, Ρήτζεντ, κάτω από το τραπέζι να πιάνεις το καναπουτσάρ σου. Είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι...»

Ο παγωμένος αέρας λυσσομανούσε ασταμάτητα. Μέσα στη χιονοθύελλα μπορούσες να δεις μπροστά σου για είκοσι, τριάντα πόντους – και μετά ένα άσπρο χάος που στροβιλιζόταν. Για κάποιον άλλο θα ήταν εφιάλτης – για τον Σκοτ Πόλαρ όμως, τον ατρόμητο εξερευνητή, ήταν απλά το σπίτι του.
Κι’ όμως για πρώτη φορά στην πολύχρονη καριέρα του ο Σκοτ αισθανόταν ...πως να το πεις;... κάπως άβολα. Θα προτιμούσε να παλέψει με τα γυμνά του χέρια με μια αρκούδα, να δαμάσει τον αγριότερο φτερωτό βούβαλο σε ένα απόκρημνο μονοπάτι, να τα βάλει με δέκα αγριεμένους Τσαλντεάνους... αλλά όχι αυτό! Να συνοδέψει τον αρχιδούκα Γκρήτινγκς σε μια διπλωματική αποστολή! Αυτός, ο μεγάλος εξερευνητής, οδηγός ενός κακομαθημένου γαλαζοαίματου! Ο αδελφός του βασιλιά είχε τη φήμη ανθρώπου δύστροπου και ξεροκέφαλου, αλλά η πραγματικότητα ξεπερνούσε ακόμα και την πιο νοσηρή φαντασία.
Ο Σκοτ Πόλαρ κροτάλισε θυμωμένα το καναπουτσάρ του. Ήταν όμως αδελφός του βασιλιά... Πόσο θα ήθελε τώρα να μην είχε δώσει ποτέ εκείνο τον όρκο...

Τα ατελείωτα πόδια της Μουλίν, τυλιγμένα γύρω από τη μέση του. Οι τελευταίες συσπάσεις, και μετά η στιγμή της κορύφωσης...
Όταν τη γνώρισε ήταν μια νεαρή χορεύτρια σε καμπαρέ, η Μουλίν η Κόκκινη... Και τώρα, χάρη σ’ αυτόν, χάρη στον Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ, η απόλυτη σταρ της Νομανσλάνδης... και σε λίγο του κόσμου ολόκληρου. Χάιδεψε με το βλέμμα του το γυμνό κορμί της, ιδρωμένο μετά τους αλλεπάλληλους οργασμούς.
Αγαπούσε την πατρίδα του... αλλά γι’ αυτή τη γυναίκα θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Τα πάντα!

Ο Μπασσέν ντε Λαντρ παρατήρησε προσεχτικά τον άνθρωπο που στεκόταν μπρος του. Ο Μπακς τον κοίταζε σχεδόν αδιάφορα, σχεδόν χωρίς να δίνει σημασία στον τίτλο και στην εξουσία του. Τίποτα δεν εξόργιζε τον κόμητα ντε Λαντρ όσο αυτή η αδιαφορία, ακόμα κι’ αν γνώριζε πως ήταν προσποιητή.
Προσπάθησε να συγκρατήσει την δίκαιη οργή του. Είχε αναλάβει μια αποστολή και έπρεπε να την εκτελέσει. «Άκου, Μπακς», είπε. «Η βασίλισσα των Spades είναι στα σύνορά μας, έτοιμη να εισβάλλει. Την ίδια στιγμή οι σχέσεις μας με την Απωνία επιδεινώνονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Αυτός ο μυστηριώδης D.E. …»
«Τσεκάρισα τον D.E. και είναι καθαρός», τον έκοψε ξαφνικά ο σερίφης.
Ο κόμης ντε Λαντρ δε μπόρεσε να κρατήσει άλλο την ψυχραιμία του. «Μη με διακόπτεις, Μπακς», γάβγισε. «Ξέρω πολύ καλά ότι είναι καθαρός! Αυτή είναι η δουλειά του! Να είναι καθαρός! Όμως ξέρουμε ότι είναι προδότης. Και δεν είναι ο μόνος!»
«Αφού το ξέρετε...», είπε ο Τεν Μπακς, ατάραχος.
Ο Μπασσέν ντε Λαντρ αγνόησε την ανεπαίσθητη ειρωνεία του συνομιλητή του. Μία φορά μπορούσε να χάσει την αυτοκυριαρχία του, δεύτερη θα ήταν ανεπίτρεπτο. Μετά θα έπρεπε να μιλήσουν τα καναπουτσάρ, και η αποστολή του δεν μπορούσε να το επιτρέψει – όσο κι’αν το λαχταρούσε. «Και αυτό μας φέρνει στους επαναστάτες, Μπακς, που είναι η δική σου ευθύνη. Που βρίσκεται ο Ρεβινστίνκτ, Μπακς; Που βρίσκεται ο Άρσον, Μπακς;» Πρόφερε τις λέξεις μία μία, αργά, κοφτά, σαν δέκα καναπουτσαριές στην καρδιά του σερίφη.
Όμως εκείνος ατάραχος, σαν άγαλμα του Αγίου Γκράαλ. «Τους αναζητώ, κόμητα ντε Λαντρ» είπε απλά.
Ο ντε Λαντρ τον κοίταξε με ελάχιστα κρυμμένη αηδία. Αν δεν είχε αυτή την καταραμένη αποστολή... Ο Τεν Μπακς ήταν κάποτε το πιο γρήγορο καναπουτσάρ σε ολόκληρη τη Δύση, αλλά τώρα πια κυκλοφορούσε με ένα από αυτά τα αναθεματισμένα περίστροφα στη ζώνη... Το μόνο πράγμα που ο κόμης σιχαινόταν περισσότερο ακόμα και από την αυθάδεια ήταν η τεχνολογία. Δεν ήταν παράξενο που ο σερίφης δε μπορούσε να πιάσει επαναστάτη ούτε για δείγμα. Με το περίστροφο περίμενε να τους πιάσει; «Μα γιατί ο Αυτοκράτωρ ανέχεται ακόμα αυτό τον άχρηστο;» - η σκέψη πέρασε από το μυαλό του μόνο για μια στιγμή, πριν φύγει κυνηγημένη με την ουρά στα σκέλια. Ποτέ, ποτέ, ποτέ ο κόμης ντε Λαντρ δεν θα αμφισβητούσε τις επιλογές του Αυτοκράτορος.

Η Μουλίν ήταν εκνευρισμένη, και ο Φλάβιους Ζοζέφ είχε μάθει καλά πως όταν η Μουλίν του ήταν εκνευρισμένη έπρεπε πάντα να πηγαίνει με τα νερά της.
«Λοιπόν;», ρώτησε η κοπέλλα. «Δυο μεραρχίες Τσαλντεάνων βρίσκονται πίσω μας και άλλες τρεις μπροστά μας. Πως θα φτάσουμε στην Απωνία; Θα βγάλουμε φτερά και θα πετάξουμε; Τι είμαστε, βουβάλια;»
Ο Φλάβιους χαμογέλασε ανακουφισμένος. Τώρα θα την εντυπωσίαζε με την ευφυία του. «Είναι πολύ απλό, αγάπη μου. Θα περάσουμε μέσα από το δάσος».
Η απάντησή της δεν ήταν αυτή που περίμενε. «Το δάσος; Για όνομα του Κρισέικς... είσαι τελείως τρελός;»
Ο Φλάβιους Ζοζέφ άλλαξε χίλια χρώματα προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς προβλημάτιζε τόσο τη Μουλίν του. «Αν φοβάσαι τον Κλιν Σέβαν αγάπη μου...»
«Ο Κλιν Σέβαν είναι φάντασμα, Φλάβιους. Και ξέρω καλά ότι δεν βρίσκεται στο δάσος».
«Ε τότε τι; Ληστές; Με τούτο εδώ το καναπουτσάρ, Μουλίν, εγώ θα...»
Η Μουλίν ήρθε και στάθηκε ακριβώς μπροστά του. Σχεδόν τον άγγιζε. Του έκοψε την ανάσα. Η συνήθειά της να κυκλοφορεί γυμνή μέσα στη σκηνή του δημιουργούσε μια αναπάντεχη ταραχή – καμιά Απωνέζα δε θα έκανε ποτέ κάτι παρόμοιο, ούτε καν θα τολμούσε να το σκεφτεί.
«Άντρες... Όλοι οι άντρες είσαστε ίδιοι! Το μόνο που σκέφτεστε είναι τα καναπουτσάρ σας. Θα χρησιμοποιήσεις το καναπουτσάρ σου στα ραμόνια, Φλάβιους;»
Ώστε αυτό ήταν! Το κορίτσι του φοβόταν τα ραμόνια! Ο Φλάβιους Ζοζέφ ένιωσε ξαφνικά μια ακατανίκητη επιθυμία να την προστατέψει, να γίνει η ασπίδα της, το καναπουτσάρ της. «Όσο ζω, κανένα ραμόνι δε θα πειράξει έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά σου, αγάπη μου», της είπε γλυκά αλλά σταθερά.
Η Μουλίν τον κοίταξε σαν να ήταν ούφο. «Ραμόνι, Φλάβιους; Δε θα με πειράξει κανένα...ραμόνι; Υπάρχουν πολύ πιο επικίνδυνα πράγματα από τα ραμόνια στο δάσος, Φλάβιους. Δεν έχεις ακούσει ποτέ να μιλάνε για τη Ζωντανίνα;»
Ο Φλάβιους Ζοζέφ γέλασε, αν και το γέλιο του αντήχησε στα αυτιά του ρηχό και κακομοιριασμένο. «Η Ζωντανίνα είναι απλά μια φήμη», είπε. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, σχημάτισε το σήμα του Σολούκα με τα δάχτυλά του.
«Για εμάς τους Νομανσλανδιανούς, ο Ερμής ο Τριζμεζίστ είναι φήμη. Εσύ τι πιστεύεις, Φλάβιους; Είναι φήμη ο Ερμής ο Τριζμεζίστ;»
Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να πει η κοπέλλα του, και ήξερε ότι είχε δίκιο. «Εντάξει λοιπόν, η Ζωντανίνα είναι στο δάσος», είπε με προσποιητή ανεμελιά. «Για να δούμε λοιπόν τι θα λέει η Ζωντανίνα όταν θα δοκιμάσει το καναπουτσάρ μου...»
Η Μουλίν σχεδόν ούρλιαξε από τα νεύρα. «Αν δεν ήμουν κορίτσι με αρχές, Φλάβιους, θα σου έλεγα που να βάλεις το καναπουτσάρ σου...»

Ο Σκοτ Πόλαρ κατάφερε επιτέλους να ξεφορτωθεί τον αρχιδούκα Γκρήτινγκς στα σύνορα με την Απωνία. Δεν ήξερε τι ήθελε να κάνει ο Γκρήτινγκς στα σύνορα, ούτε και που τον ένοιαζε καθόλου. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να απαλλαγεί από εκείνο το γαλαζοαίματο τενεκέ όσο γρηγορότερα γινόταν.
Και αμέσως μετά, μια καινούργια αποστολή. Δεν είχε ιδέα τι ήθελε να κάνει ο καινούργιος του εργοδότης στο Απαγορευμένο Δάσος, αλλά η σκέψη πως θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος Νομανσλανδιανός που θα έβλεπε ραμόνια από τον καιρό της βασιλείας του Τσινγκ του 0, παπού του σημερινού αυτοκράτορα, έκανε το αίμα του να κυλάει γρηγορότερα στις φλέβες του. «Μια πρόποση, Κάουαρντ Ρόμπερτ», είπε. «Ας χτυπήσουμε τα ποτήρια μας για τον Ροβιόλη».

«Η τελευταία δυσμενής εξέλιξις, όπως γνωρίζετε, ήταν η νίκη στας Απωνικάς εκλογάς του γνωστού λαϊκιστή ταραχοποιού Χοακίν ΑΝ Μουνια. Μία νίκη που εν πολλοίς ήτο προϊόν εκφοβισμού των ψηφοφόρων – θα ενθυμείστε το διαβόητον σύνθημα «Χοακίν ΑΝ Μουνια... Γιατί αν ΔΕΝ Μουνια...τότε θα μιλήσουν τα καναπουτσάρ!» Ο ΑΝ Μουνια κατάφερε να εκλεγεί «γενικός γραμματέας του κράτους περί των οικονομικών» - ο γνωστός ευφημισμός των Απώνων για τον πρωθυπουργόν τους, ανατρέποντας έτσι την φιλονομανσλανδιανήν κυβέρνησιν του Βισκόντ Λεβερχιούλμ. Επομένως πιστεύω ότι η μόνη λύσις που μας απομένει...»
«Μην ανησυχείς καλέ μου Ρήτζεντ», διέκοψε τον δεκάλεπτο μονόλογο του αφοσιωμένου του υπηκόου ο αυτοκράτορας Τσινγκ. «Έχουμε ακριβώς τον κατάλληλο άνθρωπο». Με ένα νεύμα του, η βελούδινη κουρτίνα τραβήχτηκε και εμφανίστηκε μπροστά στο εμβρόντητο συμβούλιο του Ντιν ένας πανύψηλος μαύρος, με πολύχρωμη κελεμπία, κοκκάλινα γυαλιά, και μαύρο φέσι.
«Γιο!, αδέρφια», είπε με τη βροντερή μπάσα φωνή του ο Μουσλίμ Μπρόδεργουντ. «Γύρισα. Δε χρειάζεται πια να ανησυχείτε για τίποτα».
«Καλέ μου Μουσλίμ, κάνε μας περήφανους», απάντησε με την ψιλή, σχεδόν τσιριχτή φωνή του ο Αυτοκράτορας Τσινγκ. Το Συμβούλιο του Ντιν πετάχτηκε πάνω και άρχισε να χειροκροτεί μανιασμένα.

Ο Τάλατ Μπλεντ καθόταν αμέριμνος πάνω σε ένα κορμό, καταμεσής του Απαγορευμένου Δάσους. Ξαφνικά, βήματα ακούστηκαν και μια κουκουλοφορεμένη φιγούρα εμφανίστηκε μπροστά του. Ο σκακιστής χαμογέλασε. «Τι νέα, Πράβο; Έμαθες που βρίσκεται ο λόρδος Κράουν;»
Ο Πράβο Γιάζντι τον κοίταξε αινιγματικά, όπως συνήθιζε. «Τον έπιασαν οι Τωντονίδες», είπε. «Τον πηγαίνουν στο Παπουνάνε να τον παραδώσουν στη Βροντούμ».
«Καλά, μερικοί βάρβαροι έπιασαν κοτζάμ λόρδο Κράουν; Δεν είχε μαζί το καναπουτσάρ του;»
Ο Πράβο χαμογέλασε στραβά. «Όταν σου ρίχνονται πεντακόσιοι αγριεμένοι Τοντωνίδες με τα σπιθονάκια τους, δεν έχεις πολλές πιθανότητες να γλιτώσεις. Στο Παπουνάνε θα σημάνουν οι καμπάνες, πολύ φοβάμαι».
«Μην ξεχνάς όμως ότι περιμένουμε ενισχύσεις».
Ο Πράβο Γιάζντι τον κοίταξε ανέκφραστος. «Στην πατρίδα μου, την Πολωνία, έχουμε μια παροιμία», είπε. «Όπου ακούς πολλά κεράσια, να κρατάς μικρό καναπουτσάρ».
Ο Τάλατ Μπλεντ χαμογέλασε ξαφνικά, σαν να θυμήθηκε κάτι αστείο. Έχωσε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε την αγαπημένη του σκακιέρα. «Μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις, νομίζω, προλαβαίνουμε μερικές γρήγορες».

Λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω, ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ και ο Σκοτ Πόλαρ είχαν τα δικά τους προβλήματα. Απόκοσμα ουρλιαχτά μέσα στη νύχτα, κραυγές που έκαναν το αίμα σου να παγώνει... «Τι είναι όλα αυτά, Σκοτ;», ρώτησε ο σκηνοθέτης που είχε χλωμιάσει.
«Μόνο ένα πράγμα μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά», αποκρίθηκε ατάραχος ο ατρόμητος εξερευνητής. «Η Ζωντανίνα έχει βγει για κυνήγι».
«Και τι κυνηγάει η Ζωντανίνα;»
«Εμάς, Κάουαρντ Ρόμπερτ»
«Άγιε μου Γκράαλ...» ψέλλισε ο σκηνοθέτης, κίτρινος σαν το φλουρί.
Ο Σκοτ Πόλαρ τον κοίταξε με μια ανεξήγητη ευθυμία. «Μην ανησυχείς, Κάουαρντ Ρόμπερτ. Δε θα κινδυνέψουμε».
«Μα πως...;»
«Έτσι», απάντησε ο εξερευνητής – ακριβώς εκείνη τη στιγμή έφταναν σε ένα ξέφωτο – δείχνοντάς του ένα λαμπερό κρυστάλλινο κτίριο που υψωνόταν μπροστά τους. «Ένα αγιοκαλύβι. Θα μείνουμε εδώ μέχρι να ξημερώσει».

Την πρώτη φορά που την είχε δει να κρατάει καναπουτσάρ κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. «Μα Μουλίν, οι κοπέλλες δεν...» είχε αρχίσει να λέει. Εκείνη τον έκοψε, όπως συνήθιζε. «Αλήθεια, Φλάβιους; Οι κοπέλλες δεν; Τι, με πέρασες για καμιά Απωνέζα φλούφλισσα; Εγώ γεννήθηκα με το καναπουτσάρ στο χέρι». Ο Φλάβιους Ζοζέφ είχε αλλάξει δεκαπέντε χρώματα, αλλά δεν είχε πει τίποτα. Αγαπούσε την πατρίδα του, τιμούσε τις παραδόσεις... αλλά γι’ αυτή τη γυναίκα θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Τα πάντα!
Τώρα η Μουλίν περπατούσε μπροστά του – απαράδεκτο, κι’ αυτό, αλλά τουλάχιστο έτσι μπορούσε να φυλάει τα νώτα της – κρατώντας στο ένα χέρι το καναπουτσάρ και στο άλλο μια μικρή βαλλίστρα. Ο Φλάβιους ήταν οπλισμένος σαν παραδοσιακός Άπωνας, με μικρό και μεγάλο καναπουτσάρ στα χέρια. Προχωρούσαν αλαφροπάτητα, σαν τα φτερωτά βουβάλια. «Αν μας ακούσει η Ζωντανίνα, όλα τα καναπουτσάρ μας δεν αξίζουν δυο λουμπέσα», σκέφτηκε. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ πιο συνετός και προσγειωμένος απ’ όσο άφηνε τη Μουλίν να πιστεύει.
Εκείνη τη στιγμή, στον ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους ακούστηκε ένα στριγγό γέλιο. Πρόλαβε να ρίξει μια ματιά προς τα πάνω, και μετά έτρεχαν και οι δύο σαν τρελοί ανάμεσα στα δέντρα, με πρασινοκίτρινες μπάλες φωτιάς να σκάνε γύρω τους και δίπλα τους. «Μπουα χα χα χα χα», γέλαγε η Κακιά Φαλακρίνα, πετώντας ανάμεσα στις κορυφές των δέντρων πάνω στη σκούπα της. «Γιατί τρέχετε, λουκουμάκια μου; Αφήστε με να σας μεταμορφώσω σε μοσχοπόντικες!»
Ξαφνικά ένα χέρι τους έγνεψε από μια κουφάλα ενός δέντρου. «Εδώ, εδώ» άκουσαν μια ψιλή φωνούλα να λέει. Χωρίς να το σκεφτούν καθόλου, έτρεξαν και χώθηκαν μέσα στην κουφάλα.
Χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να καταφέρουν να δουν μέσα στο ξαφνικό σκοτάδι – μέσα στην κουφάλα όμως έλαμπε ένα βιολετί φως. Ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι με πολύ χοντρή μύτη και ένα μονάχα πόδι τους κοιτούσε θλιμμένα. «Από δω, από δω, ακολουθήστε με», τους ψιθύρισε και άρχισε να τρέχει χοροπηδηχτά σε μια στενή κατηφορική σήραγγα. Ο Φλάβιους και η Μουλίν το ακολούθησαν. Η μαγεία μέσα στη σήραγγα ήταν τόσο πυκνή που ένιωθαν κάθε τρίχα στα σώματά τους να ορθώνεται.
Μετά από ένα ταξίδι που φάνηκε ατελείωτο, βρέθηκαν ξαφνικά σε μια πελώρια αίθουσα, λουσμένη με ένα περίεργο χρυσοπράσινο φως που φαινόταν σαν να μην έρχεται από πουθενά. Η αίθουσα ήταν γεμάτη με μονοπόδαρα χοντρομύτικα ανθρωπάκια. Στο κέντρο της, πάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, στεκόταν ένας ψηλόλιγνος άντρας, με πράσινα κουρελιασμένα ρούχα και μακριά μαύρα μαλλιά. Φορούσε ένα πολύ ψηλό καπέλο που έμοιαζε με καμινάδα και στα χέρια του κρατούσε ένα κατάμαυρο βιολί. Μόλις τους είδε άρχισε ξαφνικά να παίζει έναν ξέφρενο σκοπό – τα ανθρωπάκια άρχισαν να χορεύουν τρελά, και μια ακατανίκητη επιθυμία για χορό άρχισε να γεμίζει τις καρδιές του Φλάβιους και της Μουλίν και μετά άρχισαν να χορεύουν, να χορεύουν, να στροβιλίζονται και να στροβιλίζονται...
Κάποια στιγμή, μετά από ποιος ξέρει πόσες ώρες, ο βιολιστής σταμάτησε απότομα – ο Φλάβιους και η Μουλίν κατέρρευσαν ξεθεωμένοι. Τα ανθρωπάκια γύρω τους σταμάτησαν να χορεύουν κι’ αυτά, αλλά δε φαίνονταν καν να έχουν ιδρώσει.
Ο βιολιστής τους κοίταξε και χαμογέλασε πλατιά – τα μισά του δόντια ήταν μαύρα και τα υπόλοιπα έλειπαν. «Καλώς ήρθατε στη χώρα μου», τους είπε. «Είμαι ο Ροβιόλης και αυτά εδώ είναι τα ραμόνια μου».

«Από τα ξημερώματα ιπτάμενα βουβάλια πετούν σε σχηματισμούς μάχης πάνω από τις Νότιες Κουρέλες. Ο μεγάλος μας ηγέτης, Χοακίν ΑΝ Μουνια, δήλωσε κατηγορηματικά σήμερα το πρωί ότι οι Νότιες Κουρέλες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Απωνικού εδάφους και δεν πρόκειται να εκχωρήσουμε ούτε σπιθαμή των εδαφών μας στους άξεστους εισβολείς. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πρόεδρος του φιλονομανσλανδιανού κόμματος, Βισκόντ Λεβερχιούλμ, βρίσκεται σε κατ΄ οίκον περιορισμό. Ο ηλεγμένος Stephen Elop βρίσκεται καθ’ οδόν προς τις Νότιες Κουρέλες επικεφαλής του γενναίου Απωνικού στόλου. Ζήτω η Απωνία! Ζήτω ο μεγάλος ηγέτης Χοακίν ΑΝ Μουνια! Θάνατος στους Τσαλντεάνους!»

Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό στο μικρό χωριό, κοντά στα βορειοδυτικά σύνορα της Νομανσλάνδης. Ο ήλιος χαμογελούσε στα πράσινα λιβάδια, γεμάτα με βουβάλια που βόσκαγαν και τριπόδιζαν χαρούμενα. Ο σαββατιάτικος ιερέας χτυπούσε χαρμόσυνα την καμπάνα της μικρής εκκλησίας του Άη-Γκράαλ. Η μαμή Τοντ, καθισμένη σε ένα μικρό σκαμνάκι, ξεγεννούσε μια νεαρή βουβάλα. Το μικρό βουβαλάκι, καλυμμένο ακόμα με αμνιακό υγρό, κούνησε αδύναμα τις φτερούγες του. Η μητέρα του το τράβηξε κοντά της και άρχισε να το γλείφει.
Ο Ρεβινστίνκτ χαμογέλασε. «Καλή δουλειά, μαμή Τοντ», είπε. «Όπως πάντα».
Κανείς δε θα φανταζόταν ότι ο μεγαλύτερος επαναστάτης της Νομανσλάνδης ζούσε ειρηνικά σαν αγρότης σε ένα μικρό χωριό κοντά στα σύνορα. Κανείς, εκτός από τη μαμή Τοντ, δεν ήξερε την αλήθεια.
Εκείνη τη στιγμή, η σιγαλιά του πρωινού σκίστηκε από τις τρομαγμένες φωνές του μικρού γιου του Ρεβινστίνκτ, που μόλις φάνηκε λαχανιασμένος και καταϊδρωμένος στην άκρη της δημοσιάς. «Οι Προύτσοι! Τρεχάτε να σωθείτε, έρχονται οι Προύτσοι!»