Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Η Μουλίν φοβάται τα ραμόνια

«Να πρόσεχεις τα ραμόνια, Τεν!» φωνάζει με την τραγουδιστή σέξυ φωνή της η Μουλίν στον άντρα που ξεμακραίνει, κουνώντας του το μαντίλι.
Αυτός είναι ο συνηθισμένος της χαιρετισμός. Κάθε που φεύγει ο Τεν Μπακς για κάποια νέα μυστική αποστολή, τον αποχαιρετά με τον ίδιο τρόπο.
«Οέοοοο, αγάπη, μην ανησυχείς, θα γυρίσω!» φωνάζει ο Τεν και ορμά χοροπηδηχτά πάνω στο φτερωτό βουβάλι της Ρεντ Άι, της εθνικής εταιρείας αερομεταφορών, με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο στόλο ιπτάμενων βουβαλιών παγκοσμίως.
Η Μουλίν, αγγίζοντας με σιγουριά τα δυο γεμάτα καναπουτσάρ που κρέμονται στερεωμένα δεξιά κι αριστερά στη ζώνη της -πρέπει να φυλάγεται κανείς τη σήμερον ημέρα- στρέφεται προς το ροζ πέτρινο σπίτι, να τελειώσει τον καφέ που άφησε μισοτελειωμένο. Πίσω από το σπίτι, ορθώνονται τα ροζ βουνά της οροσειράς των Υδρογονανθρακών, το φυσικό σύνορο της Νομανσλάνδης με την εχθρική χώρα των Απώνων. Στη χώρα αυτή, την Απωνία, την ξακουστή για τα ραμόνια της που καλλιεργούνται στα εκτροφεία του παραλιακού θερέτρου Μόδο, γίνονται οι συνηθισμένες αποστολές του Τεν. Κάνει το παν για τη σύσφιξη των σχέσων των δύο χωρών, ως μυστικός πράκτορας απευθείας εντεταλμένος του αυτοκράτορα Τσινγκ του Α΄. Οι Απωνες έχουν θετική άποψη για μια συμμαχία που θα ευνοήσει την ειρήνη μεταξύ των βουνίσιων κατοίκων της Νομανσλάνδης και των θαλασσινών Απώνων, αλλά την τελευταία λέξη θα την πουν οι λαοί -με δημοψήφισμα φυσικά.
Η ζωή κυλά ήρεμα και απαλά σαν ποταμάκι στην Κοιλάδα του Χρόνου, εκεί όπου κατοικούν η Μουλίν με τον άντρα των ονείρων της, τον θαρραλέο, σκληρό και συνάμα τρυφερό σαν καρδιά μαρουλιού, τον Τεν Μπακς, που πρόδωσε το σόι του για χατήρι της και δεν το μετάνοιωσε ποτέ του• γιατί ο Τεν, ως γόνος της αγέρωχης και περήφανης κάστας των Τσαλντεάνων και σπουδαγμένος ως εκτούτου στη Σχολή των Ταγιστών, ώφειλε να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της κάστας αυτής και όχι να συμπλέει με το λαουτζίκο. Ευτυχώς, οι Τσαλντεάνοι περιορίστηκαν απο τον αυτοκράτορα Τσινγκ τον Α΄ στο μοναστήρι του Ντιντάτσε, όπου έχουν το ελεύθερο να συνομωσιολογούν και να θυσιάζουν αρνάκια στο Γκράαλ, όσο και όταν τους κάνει κέφι. Υπάρχουν μεν, αλλά δεν εμποδίζουν το λαό της Νομανσλάνδης στην πορεία του προς το αύριο.
Το αύριο της Νομανσλάνδης ταυτίζεται με τη συμπαραγωγή ραμονιών, να δοκιμαστεί σε πρώτη φάση δηλαδή η καλλιέργειά τους στα ποτάμια της, μια και η χώρα αυτή δεν έχει θάλασσα. Στο σχέδιο αυτό αντιδρά μαζικά ο λαός, αλλά ο Τσινγκ ο Α΄ που επιθυμεί διακαώς να πραγματώσει το όραμά του έχει ξαμολήσει ακόμα και τον εθνικό συνθέτη Λεβόν Μποχεμιάν, αυτόν που έγραψε το εμβατήριο «Πάρε Πέντε», τον εθνικό ύμνο της χώρας, να βάλει τα δυνατά του. Ο Μποχεμιάν, αν και γερασμένος πλέον, έχει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του λαού εξαιτίας, όχι μονάχα της λαοπλάνας στιβαρής μουσικής του, αλλά και των παλαιών του αγώνων εναντίον των Τσαλντεάνων που τον παλιό καιρό, όταν κατείχαν την εξουσία πριν τον Τσινγκ τον Α΄, φορολογούσαν αγρίως τους νομανσλανδιανούς πολίτες και τσεπώναν τους φόρους για να ζουν κολυμπώντας στα πλούτη και στην πολυτέλεια. Οι κυρίως απόστολοι της ειρηνικής συνύπαρξης και συμμαχίας των δύο χωρών είναι, εκτός από τον αφανή Τεν Μπακς, ο εθνικός ευεργέτης, εφοπλιστής και τραπεζίτης Μπασέν ντε Λαντρ και ο δαιμόνιος Πράβο Γιάζντι, ο πρώην νταλικιέρης που κατάφερε να γίνει Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών της αυτοκρατορικής κυβέρνησης της χώρας, όταν πρότεινε την κατασκευή και εγκατάσταση αόρατων διοδίων, καθώς και αυτομάτως επισκευαζόμενων οδοστρωμάτων στις εθνικές οδούς.
Αν και η Μουλίν δεν έχει δει ποτέ της ραμόνι και ούτε καν ξέρει τι θα πει θάλασσα, μια και δεν επισκέφτηκε ποτέ την Απωνία, εντούτοις τα φοβάται παθολογικά και, παρ’ όλες τις κοροϊδίες που τρώει από το θαρραλέο αντρούλη της, τρέμει στην ιδέα ότι κάποια μέρα μπορεί να βρεθεί κάνα ραμόνι στη σούπα της. Δεν έχει δει μεν, αλλά η πλούσια φαντασία της τα φανερώνει αυτά τα καταραμένα τα ραμόνια στους εφιάλτες της και είναι πλάσματα απαίσια, με νύχια γαμψά και σιδερένιες περικεφαλαίες, με όπλα εντελώς διαφορετικά από τα καναπουτσάρ, τα οποία μελετά και βελτιώνει διαρκώς το Ινστιτούτο Σκοτ Πόλαρ της αγαπημένης της πατρίδας.
Μαγειρεύει τώρα στην κουζίνα της η ωραία Μουλίν και σκέφτεται με τρόμο πού να βρίσκεται ο Τεν. Στριφογυρνά πάνω στα ξώφτερνα ψηλοτάκουνά της, που δεν παύει να τα φορά μέρα νύχτα, αν και είναι εντελώς ακατάλληλα για την κακοτράχαλη αγροτική περιοχή όπου κατοικεί, την Κοιλάδα του Χρόνου δηλαδή. Απαξ και της είπε κάποτε ο Τεν ότι πεθαίνει στη θέα του λικνιζόμενου κορμιού της πάνω σε αυτά τα ψηλοτάκουνα, το θέμα είναι ληγμένο για την όμορφη Μουλίν· γιατί η Μουλίν είναι η ωραιότερη γυναίκα της χώρας και ο Τεν αναγκάστηκε να μονομαχήσει στο σκάκι με τον πρωταθλητή Τάλατ Μπλεντ για να κερδίσει την καρδιά -και το κορμί της, εννοείται- μια και η Μουλίν ήταν ανέκαθεν φαν του σκακιού, είχε κάνει και πρόεδρος της Ν.Ε.Σ. (Νομανσλανδιακή Ενωση Σκακιστών) για ένα φεγγάρι. Είναι η μοναδική παρτίδα που έχει χάσει στη μέχρι σήμερα καριέρα του ο Τάλατ με τη συννεφιασμένη όψη. Ευτυχώς για τη Μουλίν, βέβαια, γιατί θα ήταν τρομερό να μένει κλεισμένη στο μουντό πύργο του σκακιστή αντί να πιλαλάει ελεύθερη στα λιβάδια της Κοιλάδας του Χρόνου -με τα ξώφτερνα ψηλοτάκουνα, βεβαίως.
Μαγειρεύει, λοιπόν, η σέξυ και πανέξυπνη Μουλίν σιγοτραγουδώντας το σουξεδάκι της μόδας που τυχαίνει να είναι και ύμνος σύνθημα των αντιραμονιστών «είμαι σέξυ και πανέξυ και ραμόνια δεν θα βρέξει» και στη σκέψη της τριγυρνούν ραμόνια, μπαλώνει τις κάλτσες του Τεν και ραμόνια μπερδεύονται στις κλωστές, ξεσκονίζει και ραμόνια ανασύρονται από σκοτεινές γωνίες, σφουγγαρίζει και ραμόνια αναδεύονται στον κουβά του σφουγγαρίσματος, ιδρώνει και αποδίδει τη φούντωση σε ραμόνια που έχουν διεισδύσει στο δέρμα της. Η κατάσταση πάει να γίνει τραγική, το καταλαβαίνει και βγαίνει έξω, να σκαλίσει τα παρτέρια. Παραμονεύουν όμως ραμόνια κάτω από το χώμα, μερικά είναι γαντζωμένα κάτω από τα πέταλα των λουλουδιών ή ξεπροβάλουν σαν αγριεμένα αγκάθια από τα κοτσάνια τους, κάποιο άλλο, τεράστιο ραμόνι, κρυφογελάει πίσω από τον κορμό της συκιάς έτοιμο να της ορμήξει, η κατάσταση είναι αφόρητη, ξαναμπαίνει στο σπίτι, ξαπλώνει στον καναπέ και ανοίγει τηλεόραση.
Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου καλύτερα, γιατί στην οθόνη παρελαύνουν ραμόνια, κάθε παρουσιαστής και ραμόνι μεταμορφωμένο σε παρουσιαστή, κάθε δημοσιογράφος και κρυφό ραμόνι. Τηλεφωνεί στο κινητό του «Τεν, αγάπη μου, θα αργήσεις;» τον ρωτά κι εκείνος «όχι, μωράκι μου, σε λίγο φτάνω, τώρα πετάω πάνω από τους Υδρογονανθρακούς» απαντά και η Μουλίν αρχίζει να στρώνει τραπέζι.
Ο ήλιος βάφει ακόμα πιο ρόδινα τα βουνά γέρνοντας προς τη δύση, ακούγεται το μουγκρητό του ιπτάμενου βουβαλιού και μετά ο χτύπος της αυλόπορτας που κλείνει. Επιτέλους! Ο Τεν είναι σπίτι.
«Τεν, τα χέρια σου! Να πλύνεις καλά τα χέρια σου!» του φωνάζει η Μουλίν από την κουζίνα, όπου βάζει τις τελευταίες πινελιές στο στόλισμα της πιατέλας.
«Τι θα φάμε σήμερα, αγαπούλα;» ακούγεται η φωνή του από το μπάνιο και «αυτό που σου αρέσει!» απαντά η Μουλίν, «μακαρόνια με παστουρμά και σάλτσα αντσούγια!» και, συμπληρώνοντας το καθιερωμένο «τι μού ’φερες σήμερα;», περνά με την πιατέλα στο καθιστικό, την ακουμπά στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά στον καναπέ, χαμηλώνει το φως και περιμένει. Ο Τεν βγαίνει από το μπάνιο τινάζοντας αγέρωχα τα νερά από τα μαλλιά του -ο μόνος πλούτος που επιτρέπει στον εαυτό του ο λιτός ήρωας και που μοιράζεται ευχαρίστως με τη γυναίκα του είναι αυτές οι τρίχες- απλώνει τα χέρια, η Μουλίν πέφτει ξέπνοη στο στέρνο του -γκάπ!- και «Επιτέλους, αγάπη μου, φοβήθηκα τόσο» του λέει και κάθονται να φάνε.
Μεταξύ τυρού και αχλαδίου, που λένε, η γυναίκα ξαναρωτά «τι μού ’φερες» και ο Τεν απλώνει το χέρι στην τσέπη του -πεταμένου πρόχειρα στη διπλανή πολυθρόνα- σακακκιού του, βγάζει ένα κουτάκι και «δες το και μετά θα σου πω τί είναι» της λέει, εκείνη ανοίγει το κουτάκι, βγάζει ένα υπέροχο δαχτυλίδι με ροζ πέτρα «τι πέτρα είναι αυτή;» ξαναρωτά, ο Τεν απαντά κλείνοντας το μάτι «ένα ραμόνι, καρδούλα μου!»
Η Μουλίν μένει προς στιγμή άναυδη και μετά ξεραίνεται στα γέλια, νευρικά γέλια, κοντεύουν να σπάσουνε τα τζάμια. «Ραμόνι; Αυτά είναι τα ραμόνια λοιπόν; χαχαχα!» καταφέρνει να πει ανάμεσα στα τρανταχτά γέλια και ο φόβος πετάει μακριά, φεύγει, πάει πέρα από βουνά και κορυφογραμμές, χάνεται μέσα στο σκοτάδι και οι εφιάλτες δεν θα ξαναζωντανέψουν πια. Τέλος.
Ετσι συμβαίνει πάντα, ησυχάζει ο νους όταν ο φόβος παίρνει συγκεκριμένη μορφή, εικονοποιείται, που λένε, παύει να είναι κάτι τι ακαθόριστο και θολό. Φοβάται κανείς εκείνο που φαντάζεται, αυτό που σκορπίζεται μέσα στη σκέψη και τη διαλύει και γιγαντώνεται από το λίπασμα της φαντασίας. Ο σπόρος του φόβου, όταν φυτεύεται στο μυαλό, είναι επικίνδυνος. Ετσι την πάτησε η ωραία και πανέξυπνη Μουλίν, που φοβόταν τα φαντάσματα που η ίδια κατασκεύαζε μέσα στο δικό της το κεφαλάκι.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Ποίημα

Σπηρούνισε το φτερωτό βουβάλι
και στα ουράνια χύθηκε μ’ ορμή
με το καναπουτσάρ του στη μασχάλη
και τη Μουλίν να του φωνάζει «Μη»!
Τριγύρω του πετούσαν Τσαλντεάνοι
και ρίχναν σπιθονάκια φονικά
Μα το καναπουτσάρ του φλόγες βγάνει
και όλους τους βαρβάρους τους νικά
Τον δέχτηκε ο Τσινγκ αυτοπροσώπως
«Σε θέλω στο Συμβούλιο του Ντιν»
«Μεγαλειότατε, χαμένος κόπος,
αλλά ευχαριστώ πολύ δια την τιμήν»
«Το μέγεθος, παιδί μου, δεν μετράει
για όποιον ξέρει να το κουμαντάρ’»
Μα κείνον πάντα θα τον τυραννάει
που του ’λαχε μικρό καναπουτσάρ…

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Ροβιόλης και Ζωντανίνα

Στην οδό Γραφημώνος, κατοικεί ο Ροβιόλης,
που όλοι ξέρουν πως έχει λουμπέσα πολλά.
Τη Ζωντανίνα γυναίκα (εξώλης-προώλης),
αγαπούσε εκείνος – κι αυτή τα λεφτά.
Διακοπές είχαν πάει, προς το Παπουνάνε,
τ’ ωραίο το πύο του βυθού για να δουν.
Δυο μπλε –στην ακτή- φαρίδες περνάνε,
ντρουμου-ντρουμ, τα βραχιόλια φοράν της Βροντούμ.
Στων Θεών το νταμάρι, πικρό σουαχίλι,
κακιά Φαλακρίνα, στης Νιόσης το φως.
Πιο –μοιάζει- ρομάντζα, ως πέφτει το δείλι
στη Ρύθμη Σισίχου, στα κάτω ο ρυθμός.
Μια μέρα είχαν φτάσει ως τις Κολμυρίδες,
του Προέδρου Ταμέλη να δούνε τη γη.
Γενναίους αντικρύσαν πολλούς Τωντονίδες,
με το σπιθονάκι βαθιά στο κορμί.
Μα κάποτε μόνος ξυπνάει ο Ροβιόλης,
και η Ζωντανίνα, το ραμόνι κι αυτή.
Στα δρομαλιώτικα ψάχνει τα στέκια της πόλης,
μα κείνη έχει φύγει, ψηλά στο Χαπί.
Και φτάνει σε λίγο, το γράμμα του νόμου
Περιμενοδίκης να δώσει σκυφτός.
Τα χώραφα τώρα μοιράζουν κι επ’ ώμου
το βιολί κουβαλάει κι όλο πάει μοναχός.
Στην οδό Γραφημώνος – επικίνδυνο μέρος –
για να ζήσει ο Ριοβιόλης τα ροβίχια πουλά.
Και περνούνε τα χρόνια, κι όλο γίνεται γέρος,
γέρο-Δήμο τον λέγαν, μες τη γειτονιά.

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Νομανσλάνδη

Η Μουλίν έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρό της. Που να βρισκόνταν άραγε ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο λόρδος Κράουν; Πότε θα επέστρεφαν από το συμβούλιο του Ντίν; Κανείς δεν είχε νεά τους εδώ και μέρες. Κυκλοφορούσαν φήμες στη Νομανσλάνδη ότι οι Τσαλντεάνοι του αυτοκράτορα Τσινγκ τους είχαν στήσει ενέδρα στο δρόμο για την Απωνία και τους κρατούσαν τώρα ομήρους σε κάποια μαύρη τρύπα. Όχι, όχι, σκέφτηκε η Μουλίν, το Φτερωτό Βουβάλι ήταν εξοπλισμένο με την τελευταια τεχνολογία απόκρυψης κι ο Πράβο Γιάζντι ο ικανότερος πιλότος της Νομανσλάνδης, το καμάρι της σχολής Ρεντ Άι.
Με μια κίνηση του χεριού της το παράθυρο έκλεισε και τα ρολά κατέβηκαν. «Τσέτσνια!», φώναξε επιτακτικά. Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς το ρομπότ βγήκε από τον ύπνο του. «Ο Τσέτσνια πειρμένει τις οδηγίες σας, μεγάλη αρχόντισσα Μουλίν», αντήχησε μεταλλική η φωνή του. «Γράμματα, Τσέτσνια, γράμματα! Η Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν δεν έχει λάβει νέα από τους απεσταλμένους της Νομανσλάνδης και παρακαλεί όπως κλπκλπ, οι διαγαλαξιακές συνθήκες προστατέυουν την ελέυθερη μετακίνηση των αποστολών κλπκλπ ξέρεις εσύ. Στείλτο στον Ντιντάτσε, στον Ρεβινστίνκτ και στον αυτοκράτορα.» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν ανησυχητικά. «Στον στρατηγό Ρεβινστίνκτ, μεγάλη αρχόντισσα;» «Κυρίως σε αυτό το παλιοτόμαρο, δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει με τους Τσαλντεάνους του! Υπάρχουν κι οι διαγαλαξιακές συνθήκες!» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς τα μηνύματα ετοιμάζονταν. «Κα με΄τα ειδοποίησε τον Τεν Μπακς να έρθει αμέσως εδώ, μόνο ένας άμυαλος ροψοκίνδυνος σαν αυτόν μπορέι να αναλάβει να τους βρει».
Η Μουλίν έπεσε εξουθενωμένη σε μια πολυθρόνα. Το βλέμμα της πλανήθηκε στο καναπουτσάρ του πρίγκιπα Ρήτζεντ που κρεμόταν στον τοίχο. Το ιστορικό αυτό καναπουτσάρ το είχε δωρίσει ο μεγάλος εξερευνητής και θεμελιωτης της αποικίας τους, ο Σκοτ Πόλαρ, στον προ-προ-προ παπού του πρίγκιπα. Κι ο Ρήτζεντ το είχε καταθέσει στα πόδια της Μουλίν πριν φύγει για την αποστολή στην Απωνία, ζητώντας το χέρι της, όπως ήταν το έθιμο στη Νομανσλάνδη. Η Μουλίν αναστέναξε. Δεν ήξερε ο Ρήτζεντ ότι το καναπουτσάρ του Κάουαρτ Ρομπερτ Φορντ, του χαμένου σκηνοθέτη, βρισκόταν κι αυτό στην κατοχή της μεγάλης αρχόντισσας;
………………
Σε μια σπηλιά πέρα από τους Υδρογονανθρακούς ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο Λόρδος Κράουν οδηγούνταν αλυσοδεμένοι σε άλλο κελλί. «Και του το είπα του Γιάζντι ότι σαν πολύ περιεργο ηταν που δεν έιχαμε κίνηση στον διαστημοδιάδρομο, δε με άκουσε, όχι, λέει, κόβουμε τουλάχιστον 20 παρσέκ από δω» μουρμούριζε.
«Ρήτζεντ, πάντα ήσουνα κουραμπιές» σκέφτηκε ο Κράουν, «ήσουν το ρεζίλι του στρατευματος. Ελπίζω η ανηψιά μου να λογικευτεί και να μη γίνουμε συγγενείς. Κακόμοιρε Γιάζντι, τόσο νεος, τόσο παράτολμος! Και σου’τυχε επιβάτης ο Ρήτζεντ».
Η πόρτα του κελλιού έκλεισε πίσω τους. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, φέρανε κι άλλους!», ακούστηκε μια φωνή από το βαθος. Μόλις τα μάτια τους συνήθισαν στο σκοτάδι είδαν ότι μίλησε ένας άντρας κρυμμένος πίσω από ένα βουνό μαλλιά και γένια. «Φορντ, Κάουαρντ Ρόμπερτ Φόρντ», τους συστηθηκε.
«Ο χαμένος σκηνοθέτης;» αναφώνησε ο Ρήτζεντ. «Είμαι μεγάλος θαυμαστής του έργου σας, ειδικά το ντοκυμανταίρ που γυρίσατε για τη Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν! Άψογο! Παρεμπιπτόντως, πρίγκηψ Ρήτζεντ κι από δω ο Λόρδος Κράουν».
«Πώς βρεθηκατε εδώ, σκηνοθέτα;» ρώτησε ο Κραουν. Ένας λυγμός ακούστηκε στο βάθος του κελλιού.
«Μη δίνετε σημασία, είναι ο Μποχεμιάν ο συνθέτης. Δεν άρεσε στον αυτοκράτορα μια σύνθεσή του και τον έριξε στη φυλακή. Αλλά να σας συστησω και την υπόλοιπή παρέα. Ο κύριος Άρσον», είπε δυνατά «επικίνδυνος, να τον προσέχετε», ψιθύρησε. «Υπάρχει κι ο Κλιν Σέβαν, αλλά αυτόν πότε τον βλέπουμε πότε δεν τον βλεπουμε, είναι λένε μισός Νομανσλανδός μισός Άπωνας, γι’αυτό.»
«Ναι, γνωρίζω το φαινόμενο» έιπε ο Κραουν. «Αλλά πείτε μου κύριε Φορντ, υπάρχει κανένας τροπος να φύγουμε από δω; Ή έστω, να επικοινωνήσουμε με τον έξω κόσμο;»
Ο Άρσον που στο μεταξύ είχε πλησιάσει και περιεργαζόταν την ολογραφική στολή του Ρίτζεντ ξέσπασε σε υστερικά γέλια. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, αυτοί οι καινούργιοι έχουν πολλή πλάκα», σχολίασε. «Ειδικά αυτός εδώ ο φλούφλης», είπε αναφερόμενος στον πρίγκιπα. Ο Ρήτζεντ έκανε μια κίνηση να βγάλει το καναπουτσάρ του και να καλέσει σε μονομαχία τον αναιδή Άρσον, αλλά θυμήθηκε ότι δεν είχε πλεόν όπλο και ντροπιασμένος αποσύρθηκε σε μια γωνία.
«Μη δίνετε σημασία στον πρίγκιπα, είναι πάντα με το καναπουτσάρ έτοιμο για καβγά. Θα του περάσει. Στο μεταξύ, ας ρίσουμε μια ματιά στο κελλί…»
Όσο ο Κραουν κι οι άλλοι μίλαγαν για διακτινισμούς και μαγνητικά πεδία που εμπόδιζαν τη διαφυγή, ο Ρήτζεντ καθισμένος σε μια γωνιά έκλαιγε και σκεφτόταν τη Μουλίν του και το καναπουτσαρ του, κρεμασμένο στον τοίχο της. Θυμόταν επίσης ότι κάποτε είχε δει ένα καναπουτσάρ με τα αρχικά ΚΡΦ σκαλισμένα στο θηκάρι του αλλα΄δε θυμόταν που…



«Πολυχρονεμένη Μεγάλη Αρχόντισσα…»
«Ας αφήσουμε τις επισημότητες Τεν», είπε η Μουλίν. «Βλέπω ήρθες με παρέα», έδειξε τον ηλιοκαμένο άντρα που περίμενε δίπλα στην είσοδο. Την προσοχή της τράβηξε ο μανδύας του άγνωστου, γεμάτος κεντημένα χρυσά ραμόνια καθώς και το ολογραφικό σαρίκι του. Απέπνεε μια κομψότητα όλο εξωτiκή επιτήδευση που σπάνια έβρισκες στα μέρη της Νομανσλάνδης.
«Ο Μουσλίμ Μπράδεργουντ, παιδικός φίλος από το σχολείο», εξήγησε ο Τεν Μπακς. «Και εκπρόσωπος των Ροβιολιστών στη Νομανσλάνδη».
«Γνωριζόμαστε», είπε χαμογελώντας ο Μουσλίμ. «Είχαμε γνωριστεί στο ετησιο κυνήγι του ραμονιού που οργανώνει η βασίλισσα των Σπέιντς».
«Μα τον Ερμή Τρισμεζίστ! Κύριε Μπράδεργουντ δεν σας αναγνώρισα χωρίς τη στολή βουβαλασίας! Ελάτε, ελάτε κι εσείς να ακούσετε το πρόβλημά μας. Ίσως μπορείτε να βοηθήσετε στο σχέδιό μας»
……………………………………………………
Στη φυλακή ο λόρδος Κράουν βλαστημούσε την ατυχία του. Πώς να καταστρώσει απόδραση με έναν επιπόλαιο σκηνοθέτη, έναν μουσικό μισοτρελλαμένο από το φόβο του, έναν εμπρηστή, τον Ρήτζεντ το ρεζίλι του συντάγματος και τον ημιαόρατο άνθρωπο, που ακόμα δεν είχαν καταφέρει να δουν;
Στο βάθος του κελλιού ο Ρήτζεντ αναστέναζε βαριά για τη μοίρα του και τραγουδούσε ένα παλιό σουξέ της Νομανσλάνδης, συνθεση του Μποχεμιάν που ακούγοντάς το ξέσπασε σε ηχηρούς λυγμούς:
Αι βουβαλάκι πετάς, κύκλους κάνεις γελάς, μεθυσμένο
Αι βουβαλάκι ι πετάς, πες μου πότε θα ‘ρθείς, περιμένω
Ο πρίγκιπας Ρητζεντ δεν άντεχε να ακούει άλλο το κλάμα του Μποχεμιάν κι άρχισε να ψιθυρίζει ένα εμβατήριο απο τα χρόνια της διαγαλαξιακής στρατιωτικής σχολής
Να βγάλω το καναπουτσάρ, να πολεμάω
Στα Υδρογονανθρακί σιμά και στη Λιμέρα πλάι
Να πετσοκόβω Τσαλντεάνους
Και Ταγιστές και Παπουνάνους
Στης Ζωντανίνας τα βουνά
Στάχτη θα γίνεις Άπωνα.
Ο Λόρδος Κράουν άρχισε να σκέφτεται την αυτοκτονία σαν μια κάποια λύση.

Η Οροσειρά των Υδρογονανθρακών

Εκτείνεται κατά μήκος των (δεν αποφάσισα ακομα: νοτιο ή βορειο)δυτικών συνόρων της χώρας με την εχθρική Απονία και αποτελείται από εκατόν δέκα επτά όρη, λόφους και λοφίσκους. Η πλειονότης των πετρωμάτων είναι χρώματος ροζ, ακόμα και τα δάση της οροσειράς αποτελούνται από κουτσουπιές, οι οποίες έχουν ροζ άνθη κατά την περίοδο της ανθοφορίας τους. (Σ.τ.Σ. Οποιος έχει περάσει από το Μπράλο θα έχει δει παρόμοια δέντρα).
Στην οροσειρά αυτή υπάρχουν ένα σωρό χωριά και χωριουδάκια, όπου χορεύεται ο χορός “τουρμπόν με πορτοκάλι” ως εξής: οι χορευτές, ντυμένοι στα ροζ, χορεύουν αντικρυστά και πετούν ο ένας στον άλλον πορτοκάλια. (Σ.τ.Σ. Τα πορτοκάλια τα φέρνουν από την παραθαλάσσια πόλη Βνουράπ, φημισμένη για τα επεριδοειδή της).
Οι κάτοικοι των χωριών των Υδρογονανθρακών δεν έχουν τίποτα να καλλιεργήσουν, δεδομένου του άγονου εδάφους, όπου μόνον κουτσουπιές ευδοκιμούν. Κερδίζουν όμως πρά ταύτα ένα σοβαρό εισόδημα από τις εξαγωγές πρες-παπιέ από ροζ πέτρωμα, δηλαδή, οι κάτοικοι είναι καλλιτέχνες, γλύπτες ως επί το πλείστον.
Ο κύριος Κρισέικς γεννήθηκε και ανδρώθηκε στο χωριό που βρίσκεται στο ύψος της διάστιξης (μου διαφεύγει το όνομά του) και κατέβηκε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Βνουράπ όταν ήδη είχε εμποτιστεί με τη λατρεία του ροζ, οπότε, διατηρεί τις συνήθειες της ιδιαίτερης πατρίδας του όσον αφορά το ντύσιμο και τη διατροφή του: Φοράει πάντα ροζ κουστούμια και γραββάτες και τρέφεται με ροζ σολωμό, αστακομακαρονάδες και γαριδοσαλάτες, καθώς επίσης λατρεύει τα αυγά ποσέ με ροζ σάλτσα, το ροζ μαλλί της γριάς και τα πτι-φουρ με ροζ γλάσσο. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για εκκεντρικότητα αλλά για απλή διατήρηση των παραδόσεων του τόπου του.
Οι Υδρογονανθρακοί είναι ένα πανόραμα όταν χαράζει η αυγή, όπου γίνονται ολορόδινοι. Εκεί άλλωστε βασίζεται η τουριστική ανάπτυξη, με το ρεύμα των τουριστών να κατακλύζει τις πλαγιές κάθε πρωί με την αυγούλα. Ακόμα και Άπονες έρχονται με φωτογραφικές μηχανές και βιντεοκάμερες να απαθανατίσουν το εκτυφλωτικό θέαμα. Η εξαγωγή καρτ-ποστάλ φέρνει επίσης ένα καλό εισόδημα στην περιοχή, η οποία αρνήθηκε να υποταχθεί στα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα και να ενταχθεί στον Καλλικράτη μαζί με τμήμα της ενδοχώρας, του και “ψωρονομανσλάνη” καλούμενου.

Γλωσσάρι

Απονία = γειτονική εχθρική χώρα, όπου κατοικούν οι άπονες
Άρσον = συνήθης ύποπτος (παλιοτόμαρο, αλλά ασύλληπτο)
Ατσίδες με τα μπλε = συνομοσπονδία χορωδών συνοριοφυλάκων, δεν αφήνουν να περάσει κουνούπι, τραγουδούν απαίσια και δεν πλησιάζει κανείς τα σύνορα
Γκράαλ = προστάτης άγιος της Στρατιάς (σαν την Αγία Βαρβάρα στο περίπου)
Δούξ του Ελλινγκτον = Αγέννητος Ανύπαρκτος, σαν τον Κλιν Σέβαν
Επίδαυρος Λιμέρα = αρχαίος πολιτιστικός τόπος
Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ = διάσημος σκηνοθέτης (ρεπερτόριο: γουέστερν κυρίως, αλλα και αστυνομικά)
Καναπουτσάρ = το απόλυτο όπλο. Κάθε πολίτης λαβαίνει ένα δικαιωματικά, διότι η στρατιωτική θητεία είναι ισόβια. Υπάρχει και το ομώνυμο ακρωτήριο Καναπουτσάρ, όπου γίνονται οι μηνιαίες σχετικές δοκιμές για την αποτελεσματικότητά του. Φορτίζεται με την ενεργειακή ύλη “μεγάλη ανέχεια”.
Κλιν Σέβαν = μάλλον φάντασμα, επειδή σκοτώθηκε πριν γεννηθεί, τριγυρνά τις νύχτες ξαφνιάζει (με διάφορους τρόπους) τους φιλήσυχους νομανσλανδιανούς. Αν ζούσε, θα ήταν ωραίος.
Κοιλάδα του Χρόνου = υπεροχη τοποθεσια, όπου γινονται όμως φοβερες κατολισθησεις
Κρισέικς = λίαν εκκεντρικός κύριος, λάτρης του ροζ χρώματος –εδω θυμηθηκα τη Σίρλεϋ Μακλέην στο φιλμ “η κυρία και οι άνδρες της”, όπου είχε παντρευτεί ένα λάτρη του ροζ που πέθανε εξαιτίας της μανίας του αυτής. Δύτη ακούς;
Λεβόν Μποχεμιάν = συνθέτης/μαέστρος
Λόρδος Κράουν = αξιωματικός επίσης/γενναίος (ίσως και πρεσβευτής)
Μόδο = τουριστικο παραλιακο χωριο με ομώνυμο καστρο
Μουλίν = κυρία της υψηλής κοινωνίας (ίσως εθελοντρια, μπορεί και πρόεδρος ΜΚΟ)
Μούντινγκ = ευρωβουλευτής (τον προτιμώ βαρώνο)
Μπασέν ντε Λαντρ = αξιωματικός/ιππότης/ευεργέτης/λεφτάς
Νομανσλάνδη = χώρα, κάπου στην Ενωμένη Ευρώπη
Ντιντάτσε = άγιος και σοφός, Πατέρας της εκκλησίας (σαν τον άγιο Βασίλη στο περίπου)
Πάρε πέντε = συμφωνικο εργο του εθνικου συνθετη Λεβόν Μποχεμιάν
Πράβο Γιάζντι = υπουργός μεταφορών και επικοινωνιών, πρώην νταλικιέρης
Ρεβινστίνκτ = αξιωματικός επίσης, ή και (κατά Κορνήλιο) σοφός καθηγητής, υπερασπιστής των αδυνάτων
Ρεντ Άι = αερομεταφορέας (εθνικος, μαλλον)
Ρήτζεντ = πρίγκιπας, υψηλόβαθμο στέλεχος της πολιτικής και στρατιωτικής σκηνής
σεναριο βαζελίνης = μαγικό ίαμα εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης που χρησιμοποιεί ο σκηνοθετης Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ για να εμπνέεται
Σκοτ Πόλαρ = Ινστιτούτο Ερευνών, δωρά του ομώνυμου μεγάλου ευεργέτη της χώρας (πιθανότατα δίνει τα ετήσια βραβεία Πόλαρ)
Στρατιά των Ανύπαρχτων = στρατός, υπερασπιστής της Νομανσλάνδης
Συμβούλιο του Ντιν = συμβούλιο/κυβέρνηση
Ταγιστές = Τάγμα Μοναχών Της Ημέρας (φρέσκοι μοναχοί, πριν φυτρώσουν τα γένια τους)
Τάλατ Μπλεντ = πρωταθλητής στο σκάκι
Τεν Μπακς = κάου-μπόυ/σερίφης/ντετέκτιβ (ατρόμητος πάντως)
Τσαλντεάνοι = κλίκα ευγενών/καπιτάλες
Τσέτσνια = στρατιώτης με βαθμό δεκανέα (ισως και παρακρατικός)
Τσινγκ ο 1ος = αυτοκράτορας
Υδρογονανθρακοί = οροσειρά στα βόρεια σύνορα της χώρας
Φλωρεντίνη Αηδών = εθνική ντίβα (μετέφερα τον τόνο μια συλλαβή πιο πάνω, το βρίσκω πειστικότερο ως όνομα. Θα μπορούσε να είναι και Αηδόνα Φλωρεντινού)
Φτερωτοί Βούβαλοι = προστατευόμενο είδος, ζώο που θα είχε εξαφανιστεί αν δεν το πρόσεχαν οι νονμανσλανδιανοί. Κάθε κάτοικος έχει και το φτερωτό βουβάλι του.

Αχ, Νομανσλάνδη

Στη θρυλική την Απονία
βγαίνουν τα στρείδια κάθε βράδυ,
ανοίγουν διάπλατα σαν άστρα
μόλις πλακώνει το σκοτάδι
και τραγουδούν σκαρφαλωμένα σε συκιές
του Μποχαμιάν τις μουσικές
Τρίζουν τα σύνορα της χώρας,
η Νομανσλάνδη αναστενάζει,
φοβάται μη τυχόν της κλέψουν
το ντέφι, το βιολί, το σάζι
Για να γλιτώσει μπαγλαμάδες και σιτάρ
τροχίζει τα καναπουτσάρ

Μα να, επιτέλους ξημερώνει,
το αύριο έρχεται τρεχάτο
ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ γυρίζει
κι ο Λόρδος Κράουν πάει στο ΝΑΤΟ
Μαύρα τα βλέπει, να πλησιάζουν τα κολχόζ,
μα ο Κρισέικς τα βλέπει ροζ
Στο θόλο του Σκοτ Πόλαρ στέκει
μπάστακας φτερωτό βουβάλι
ο Ρεβινστίνκτ τό ‘χει παρκάρει
αντικανονικά και πάλι
Η αυγή χαράζει στους Υδρογονανθρακούς
το στράτευμα τρώει κουσκούς
Οι Τσαλντεάνοι τρώνε κρέας,
λουκάνικα, ζαμπόν, φιλέτα
σνομπάρουνε τον Τσινγκ τον πρώτο
που σαλαμούριαζε τη φέτα
Ούτε κι ο Τσέτσνια την παράδοση κρατά
και προτιμά ζαχαρωτά
Η εκκλησία του Ντιντάτσε
είναι στο Κοινοβούλιο δίπλα
κι όταν ο πρίγκηψ Ρήτζεντ χάνει
από τον Τάλατ Μπλεντ με τρίπλα,
συνεδριάζει το Συμβούλιο του Ντιν
με προεδρίνα τη Μουλίν
Ολοι μαζί μετά πηγαίνουν
στον Γκράαλ να προσευχηθούνε,
τη μέρα τους να συνεχίσουν
δίχως να ξανατσακωθούνε
Πριν ακουστούν δυο βρεκεκέξ κι ένα κουάξ
ρίχνει μπουνίδια ο Τεν Μπακς
Το μεσημέρι γευματίζουν
στου Μούντινγκ με ροκφόρ και σούσι
όλη η Στρατιά των Ανυπάρχτων
είναι παρούσα στο τσιμπούσι
Ο Πράβο Γιάζντι ταξιδεύει συνεχώς
κι ο Άρσον γίνεται μπουχός
Γλυκά το πέπλο της η νύχτα
απλώνει παγωμένο ατλάζι
Βγαίνει ο Κλιν Σέβαν τραγουδώντας
κι η Νομανσλάνδη ησυχάζει
Τώρα η Ρεντ Άι κατεβάζει τα ρολλά
Αααχ! όλα πήγανε καλά!