Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Ποιήματα

Ἱπτάμενα βουβάλια καὶ ταράνδοι
τὰ λείψανα τοῦ Ἅγιου Γκράαλ κι ὁ Ντιντάχη
αὐτ’ εἶναι ὅλη κι ὅλη ἡ Νομανσλάνδη
χτισμένη σὲ βουνίσια ἀνεμοράχι.
Ὁ Ῥῆτζετ εἶναι γιὸς τοῦ Τσὶνγκ τοῦ πρώτου
κι ὁ Τάλατ Μπλέντ νικάει τὸν Κασπάρωφ,
ντυμένος μὲ Ῥὲντ Ἄι στολὴ πιλότου
προσεύχομαι στὸν Ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ.
Τὸ φάντασμα τοῦ Σέβαν σὲ ταινία
τοῦ Ῥόμπερντ Φὸρντ μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα,
καλύτερα φτωχὸς στὴν Ἀπονία
νὰ κούρδιζα τοῦ Μποχεμιὰν τὰ μπάσα,
παρὰ νὰ ζῶ φοβούμενος τὴν κάννη
ἀπὸ καναπουτσὰρ ποὺ στῆσαν* Τσαλντεᾶνοι.
*σὲ μερικὰ χειρόγραφα παραδίδεται ἡ γραφὴ στῦσαν

*********

Θὰ μὲ δικάσῃ ὀ Κρισέικς κι ἡ Ἀηδώνη
μὰ στὴν Λιμέρα, Ἅγιο Γκράαλ μου χρυσό,
ὁ Μούτινγκ κι οἱ ὑπόλοιποι βαρῶνοι
θὰ φτάνουν σὲ βουβάλι φτερωτό.
Στὸν οὐρανὸ ποὺ κάναμε ταβάνι
κοιτᾶμε τῆς Ῥὲντ Ἄι τὰ φτερά,
κουρσάροι, Φράγκοι, Φράγκοι, Τσαλντεᾶνοι
μᾶς πούλησαν γιὰ γρόσια καὶ φλουριά.
Στὴν Ἀπονία γράφει τώρα ὁ Ντιντάχη
μὰ κεὶ στὸ Μόδο σ’ἕνα μύλο ἐρημικὸ
τὰ γράμματά της διάβαζε μονάχη
ἡ δύστυχη Μουλὲν μ’ἕνα φακό.

*********

Ἀπάνω μου ἔχω πάντοτε δεμένο στὸ ζωνάρι
ἕνα μικρὸ καναπουτσὰρ ἀπὸ τὴν Νομανσλάνδη,
ὅπως αὐτὰ ποὺ συνηθοῦν καὶ παίζουν οἱ φαντάροι
ποὺ ἀπ’ τὸν Τσἰνγκ τὸ ἀγόρασα μιὰ μέρα στὴν Ταϋλάνδη.
Θυμᾶμαι ὡς τώρα νἄτανε τὸν Μπὰξ στὴν Ἀριζόνα,
ποὺ πολεμοῦσε μὲ αὐτὸ Μεξικανοὺς ἀτάκτους,
κρύος ἱδρῶτας ἔπεφτε κι ἡ κάθε του σταγόνα
κάτω στὴν ἄμμο πότιζε φραγκόσυκα καὶ κάκτους.
Ὁ πρίγκηψ ‘Ρῆτζεντ σκότωσε μ’αὐτὸ τὴν Λεβαντίνη,
τὴν ὄμορφη πριγκήπισσα ἀπὸ τὴν Ἀπωνία,
καὶ μιά του σφαῖρα χτύπησε φριχτὰ τὴν Φλωρεντίνη,
γιὰ πάντα ἀποστερῶντας μας τὴν θεία μελῳδία.
Ὁ λόρδος Κρόουν μιὰ βραδιὰ τὸν ἄμοιρο Κρισέιξ
μὲ τπῦτο τὸ καναπουτσὰρ τὸν ἔκανε σμπαράλια
καὶ στὴν Λιμέρα τρώγοντας γιὰ πρωινό κορνφλέικς
ὁ Πράβο Γιάζντι στόχευε ἱπτάμενα βουβάλια.
Ὁ Πόλαρ Σκὸτ ξεπάστρεψε ἐξήντα Τσαλντεάνους
κι ὁ Ἄρσον ἀπὸ τὸ Βνουρὰπ ἑπτὰ μικροὺς Ταγῖστες,
ὁ Ῥεβινστὶκτ πολέμησε αἱμοσταγεῖς τυράννους
κι ὁ Μούτινγκ ἐξωλόθρευε στὸ Μόδο ἀρριβῖστες.
Μὲ τοῦτο ἄγρια ἔστειλε στὸν Ἅδη ὁ Ντιντάχε
χωρὶς κανένα ἔλεος, χωρὶς καθόλου τύψεις
τὴν ὁμορφούλα τὴν Μουλὲν γιατὶ μὲ ἄλλον τἆχε
καὶ μ’ ἄλλον ἀρεσκότανε νὰ κάνῃ ἐπικύψεις.
“Εἶν’ἀλαφρύ, γιά πιάσε το, δὲν πάει οὔτ’ἕνα δράμι
καὶ δὲν κοστίζει τίποτε, μονάχα ἕνα μπρίκι,
μὰ ὅσι τὄχαν ἔφυγε ἡ ζῆσι τους χαράμι,
πολλὰ ἔχουν δεῖ τὰ μάτια μου μ’αὐτὸ μοῦ φέρνει φρίκη”.
Καναπουτσὰρ ἀτσάλινο τὴν ζώνη μου στολίζει,
ποὺ κάποτε ἀγόρασα σὲ κάποιο σταυροδρόμι
γιὰ ποιὸν ἡ κρύα κάννη του τὴν νύχτα νὰ γυαλίζῃ,
ἀφ’οὗ ὁ Σέβαν πέθανε πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου