Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Νομανσλάνδη

Η Μουλίν έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρό της. Που να βρισκόνταν άραγε ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο λόρδος Κράουν; Πότε θα επέστρεφαν από το συμβούλιο του Ντίν; Κανείς δεν είχε νεά τους εδώ και μέρες. Κυκλοφορούσαν φήμες στη Νομανσλάνδη ότι οι Τσαλντεάνοι του αυτοκράτορα Τσινγκ τους είχαν στήσει ενέδρα στο δρόμο για την Απωνία και τους κρατούσαν τώρα ομήρους σε κάποια μαύρη τρύπα. Όχι, όχι, σκέφτηκε η Μουλίν, το Φτερωτό Βουβάλι ήταν εξοπλισμένο με την τελευταια τεχνολογία απόκρυψης κι ο Πράβο Γιάζντι ο ικανότερος πιλότος της Νομανσλάνδης, το καμάρι της σχολής Ρεντ Άι.
Με μια κίνηση του χεριού της το παράθυρο έκλεισε και τα ρολά κατέβηκαν. «Τσέτσνια!», φώναξε επιτακτικά. Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς το ρομπότ βγήκε από τον ύπνο του. «Ο Τσέτσνια πειρμένει τις οδηγίες σας, μεγάλη αρχόντισσα Μουλίν», αντήχησε μεταλλική η φωνή του. «Γράμματα, Τσέτσνια, γράμματα! Η Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν δεν έχει λάβει νέα από τους απεσταλμένους της Νομανσλάνδης και παρακαλεί όπως κλπκλπ, οι διαγαλαξιακές συνθήκες προστατέυουν την ελέυθερη μετακίνηση των αποστολών κλπκλπ ξέρεις εσύ. Στείλτο στον Ντιντάτσε, στον Ρεβινστίνκτ και στον αυτοκράτορα.» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν ανησυχητικά. «Στον στρατηγό Ρεβινστίνκτ, μεγάλη αρχόντισσα;» «Κυρίως σε αυτό το παλιοτόμαρο, δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει με τους Τσαλντεάνους του! Υπάρχουν κι οι διαγαλαξιακές συνθήκες!» Τα μπλέ λεντάκια του Τσέτσνια αναβόσβυσαν καθώς τα μηνύματα ετοιμάζονταν. «Κα με΄τα ειδοποίησε τον Τεν Μπακς να έρθει αμέσως εδώ, μόνο ένας άμυαλος ροψοκίνδυνος σαν αυτόν μπορέι να αναλάβει να τους βρει».
Η Μουλίν έπεσε εξουθενωμένη σε μια πολυθρόνα. Το βλέμμα της πλανήθηκε στο καναπουτσάρ του πρίγκιπα Ρήτζεντ που κρεμόταν στον τοίχο. Το ιστορικό αυτό καναπουτσάρ το είχε δωρίσει ο μεγάλος εξερευνητής και θεμελιωτης της αποικίας τους, ο Σκοτ Πόλαρ, στον προ-προ-προ παπού του πρίγκιπα. Κι ο Ρήτζεντ το είχε καταθέσει στα πόδια της Μουλίν πριν φύγει για την αποστολή στην Απωνία, ζητώντας το χέρι της, όπως ήταν το έθιμο στη Νομανσλάνδη. Η Μουλίν αναστέναξε. Δεν ήξερε ο Ρήτζεντ ότι το καναπουτσάρ του Κάουαρτ Ρομπερτ Φορντ, του χαμένου σκηνοθέτη, βρισκόταν κι αυτό στην κατοχή της μεγάλης αρχόντισσας;
………………
Σε μια σπηλιά πέρα από τους Υδρογονανθρακούς ο πρίγκιπας Ρήτζεντ κι ο Λόρδος Κράουν οδηγούνταν αλυσοδεμένοι σε άλλο κελλί. «Και του το είπα του Γιάζντι ότι σαν πολύ περιεργο ηταν που δεν έιχαμε κίνηση στον διαστημοδιάδρομο, δε με άκουσε, όχι, λέει, κόβουμε τουλάχιστον 20 παρσέκ από δω» μουρμούριζε.
«Ρήτζεντ, πάντα ήσουνα κουραμπιές» σκέφτηκε ο Κράουν, «ήσουν το ρεζίλι του στρατευματος. Ελπίζω η ανηψιά μου να λογικευτεί και να μη γίνουμε συγγενείς. Κακόμοιρε Γιάζντι, τόσο νεος, τόσο παράτολμος! Και σου’τυχε επιβάτης ο Ρήτζεντ».
Η πόρτα του κελλιού έκλεισε πίσω τους. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, φέρανε κι άλλους!», ακούστηκε μια φωνή από το βαθος. Μόλις τα μάτια τους συνήθισαν στο σκοτάδι είδαν ότι μίλησε ένας άντρας κρυμμένος πίσω από ένα βουνό μαλλιά και γένια. «Φορντ, Κάουαρντ Ρόμπερτ Φόρντ», τους συστηθηκε.
«Ο χαμένος σκηνοθέτης;» αναφώνησε ο Ρήτζεντ. «Είμαι μεγάλος θαυμαστής του έργου σας, ειδικά το ντοκυμανταίρ που γυρίσατε για τη Μεγάλη Αρχόντισσα Μουλίν! Άψογο! Παρεμπιπτόντως, πρίγκηψ Ρήτζεντ κι από δω ο Λόρδος Κράουν».
«Πώς βρεθηκατε εδώ, σκηνοθέτα;» ρώτησε ο Κραουν. Ένας λυγμός ακούστηκε στο βάθος του κελλιού.
«Μη δίνετε σημασία, είναι ο Μποχεμιάν ο συνθέτης. Δεν άρεσε στον αυτοκράτορα μια σύνθεσή του και τον έριξε στη φυλακή. Αλλά να σας συστησω και την υπόλοιπή παρέα. Ο κύριος Άρσον», είπε δυνατά «επικίνδυνος, να τον προσέχετε», ψιθύρησε. «Υπάρχει κι ο Κλιν Σέβαν, αλλά αυτόν πότε τον βλέπουμε πότε δεν τον βλεπουμε, είναι λένε μισός Νομανσλανδός μισός Άπωνας, γι’αυτό.»
«Ναι, γνωρίζω το φαινόμενο» έιπε ο Κραουν. «Αλλά πείτε μου κύριε Φορντ, υπάρχει κανένας τροπος να φύγουμε από δω; Ή έστω, να επικοινωνήσουμε με τον έξω κόσμο;»
Ο Άρσον που στο μεταξύ είχε πλησιάσει και περιεργαζόταν την ολογραφική στολή του Ρίτζεντ ξέσπασε σε υστερικά γέλια. «Μα τον Άγιο Γκράαλ, αυτοί οι καινούργιοι έχουν πολλή πλάκα», σχολίασε. «Ειδικά αυτός εδώ ο φλούφλης», είπε αναφερόμενος στον πρίγκιπα. Ο Ρήτζεντ έκανε μια κίνηση να βγάλει το καναπουτσάρ του και να καλέσει σε μονομαχία τον αναιδή Άρσον, αλλά θυμήθηκε ότι δεν είχε πλεόν όπλο και ντροπιασμένος αποσύρθηκε σε μια γωνία.
«Μη δίνετε σημασία στον πρίγκιπα, είναι πάντα με το καναπουτσάρ έτοιμο για καβγά. Θα του περάσει. Στο μεταξύ, ας ρίσουμε μια ματιά στο κελλί…»
Όσο ο Κραουν κι οι άλλοι μίλαγαν για διακτινισμούς και μαγνητικά πεδία που εμπόδιζαν τη διαφυγή, ο Ρήτζεντ καθισμένος σε μια γωνιά έκλαιγε και σκεφτόταν τη Μουλίν του και το καναπουτσαρ του, κρεμασμένο στον τοίχο της. Θυμόταν επίσης ότι κάποτε είχε δει ένα καναπουτσάρ με τα αρχικά ΚΡΦ σκαλισμένα στο θηκάρι του αλλα΄δε θυμόταν που…



«Πολυχρονεμένη Μεγάλη Αρχόντισσα…»
«Ας αφήσουμε τις επισημότητες Τεν», είπε η Μουλίν. «Βλέπω ήρθες με παρέα», έδειξε τον ηλιοκαμένο άντρα που περίμενε δίπλα στην είσοδο. Την προσοχή της τράβηξε ο μανδύας του άγνωστου, γεμάτος κεντημένα χρυσά ραμόνια καθώς και το ολογραφικό σαρίκι του. Απέπνεε μια κομψότητα όλο εξωτiκή επιτήδευση που σπάνια έβρισκες στα μέρη της Νομανσλάνδης.
«Ο Μουσλίμ Μπράδεργουντ, παιδικός φίλος από το σχολείο», εξήγησε ο Τεν Μπακς. «Και εκπρόσωπος των Ροβιολιστών στη Νομανσλάνδη».
«Γνωριζόμαστε», είπε χαμογελώντας ο Μουσλίμ. «Είχαμε γνωριστεί στο ετησιο κυνήγι του ραμονιού που οργανώνει η βασίλισσα των Σπέιντς».
«Μα τον Ερμή Τρισμεζίστ! Κύριε Μπράδεργουντ δεν σας αναγνώρισα χωρίς τη στολή βουβαλασίας! Ελάτε, ελάτε κι εσείς να ακούσετε το πρόβλημά μας. Ίσως μπορείτε να βοηθήσετε στο σχέδιό μας»
……………………………………………………
Στη φυλακή ο λόρδος Κράουν βλαστημούσε την ατυχία του. Πώς να καταστρώσει απόδραση με έναν επιπόλαιο σκηνοθέτη, έναν μουσικό μισοτρελλαμένο από το φόβο του, έναν εμπρηστή, τον Ρήτζεντ το ρεζίλι του συντάγματος και τον ημιαόρατο άνθρωπο, που ακόμα δεν είχαν καταφέρει να δουν;
Στο βάθος του κελλιού ο Ρήτζεντ αναστέναζε βαριά για τη μοίρα του και τραγουδούσε ένα παλιό σουξέ της Νομανσλάνδης, συνθεση του Μποχεμιάν που ακούγοντάς το ξέσπασε σε ηχηρούς λυγμούς:
Αι βουβαλάκι πετάς, κύκλους κάνεις γελάς, μεθυσμένο
Αι βουβαλάκι ι πετάς, πες μου πότε θα ‘ρθείς, περιμένω
Ο πρίγκιπας Ρητζεντ δεν άντεχε να ακούει άλλο το κλάμα του Μποχεμιάν κι άρχισε να ψιθυρίζει ένα εμβατήριο απο τα χρόνια της διαγαλαξιακής στρατιωτικής σχολής
Να βγάλω το καναπουτσάρ, να πολεμάω
Στα Υδρογονανθρακί σιμά και στη Λιμέρα πλάι
Να πετσοκόβω Τσαλντεάνους
Και Ταγιστές και Παπουνάνους
Στης Ζωντανίνας τα βουνά
Στάχτη θα γίνεις Άπωνα.
Ο Λόρδος Κράουν άρχισε να σκέφτεται την αυτοκτονία σαν μια κάποια λύση.

2 σχόλια:

  1. Ο μέγας ποιητής Ίμυκος φίλοι μου που είναι;
    Και γιατί φάγατε το σπουδαίο Πανεπιστήμιο Ιρμάιν;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ Ανώνυμε, εγώ εδώ απλά συγκεντρώνω τη Νομανσλανδιανή λογοτεχνία. Σου προτείνω να κάνεις το σχόλιό σου στο Σαραντάκο (στο http://sarantakos.wordpress.com/2011/01/15/nomansland/) που θα χαρεί να συμπληρώσει το Νομανσλανδιανό δημοτολόγιο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή